Τι σημαίνει το eyes στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης eyes στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του eyes στο Αγγλικά.

Η λέξη eyes στο Αγγλικά σημαίνει μάτι, μάτι, επίκεντρο, μάτι, κρίκος, τρύπα, φύτρα, οπή, κέντρο, ντετέκτιβ, οδηγός, κοιτάζω, τραβάω την προσοχή κπ, οφθαλμός αντί οφθαλμού, οφθαλμός αντί οφθαλμού, αγαπημένος, η ομορφιά είναι υποκειμενική, εναέρια άποψη, μαυρισμένο μάτι, κακή φήμη, δεν εκπλήσσομαι, διάνα, αντανακλαστικό σήμανσης, τραβάω την προσοχή, τραβάω το βλέμμα, κάνω κπ να με προσέξει, αετίσιο μάτι, στενή παρακολούθηση, χάρμα οφθαλμών, που δεν σε κουράζει να το κοιτάς, το κακό μάτι, άγρια ματιά, πόνος στα μάτια, κοχλίας με κρίκο, χάρμα οφθαλμών, πίνακας, χρώμα των ματιών, οπτική επαφή, οφθαλμίατρος, σταγόνες για τα μάτια, πιπέτα, οφθαλμολογική εξέταση, εξέταση όρασης, παρατηρητικότητα, το ύψος των ματιών, κάλυμμα ματιού, σκιά ματιών, κόγχη ματιού, oπτικό πεδίο ανάγνωσης λέξεων, οφθαλμίατρος, συμφωνία, συμφωνία, που τραβάει την προσοχή, που τραβάει την προσοχή, που σου ανοίγει τα μάτια, πρωινό ποτό, πρωινό ποτάκι, αφυπνιστικός, στραβοκοίταγμα, που με κάνει να αγανακτήσω, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, σταγόνες, υπερευρυγώνιος, φακός fisheye, ρίχνω πονηρές ματιές σε κπ, ρίχνω μια αγριεμένη ματιά σε κπ, γυάλινο μάτι, τραβάω το μάτι, τραβάω το βλέμμα, σκύλος-οδηγός, έχω καλό μάτι, είμαι παρατηρητικός, έχω αδυναμία σε κπ, βάζω κτ στο μάτι, παρακολουθώ, σχεδιάζω, σκοπεύω να κάνω κτ, σχεδιάζω να κάνω κτ, κόπιτσα, κόπιτσας, στο φως της δημοσιότητας, διάσημος, επιφανής, από τη μια στιγμή στην άλλη, παρατηρητικότητα, έχω κτ στον νου μου, έχω τον νου μου σε κτ, έχω το νου μου για, προσβολή, λέιζερ, αλληθωρισμός, στραβισμός, αμβλυωπία, eyeliner, Μάτι του Λονδίνου, κοιτάζω κπ κατάματα, κοιτάζω κπ στα μάτια, κοιτάω στα μάτια, φαντασία, διά γυμνού οφαλμού, δεν έχω την παραμικρή αντίδραση, με την άκρη του ματιού μου, λευκή μαργαρίτα, επιπεφυκίτιδα, ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ, φως της δημοσιότητας, ταχεία κίνηση των ματιών, κόκκινα μάτια, νυχτερινή πτήση, REM, μπριζόλα rib eye, ξενοκοιτάω, μάπα, έχω την ίδια άποψη, παρατηρητικότητα, οξυδέρκεια, ύπνος, είμαι σε εγρήγορση, αυτό δεν είναι όλο, υπάρχει και κάτι άλλο, δια γυμνού οφθαλμού, κάνω τα στραβά μάτια. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης eyes

μάτι

noun (organ of sight)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She had beautiful green eyes.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο οφθαλμός των εντόμων συχνά είναι σύνθετος.

μάτι

noun (figurative (sight) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He has an exceptional eye, and can read the smallest print.
Έχει πολύ καλό μάτι και μπορεί να διαβάζει και τον μικρότερο τυπογραφικό χαρακτήρα.

επίκεντρο

noun (figurative (centre) (με γενική)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She always likes to be right in the eye of things.
Της αρέσει να είναι πάντα στο επίκεντρο των πραγμάτων.

μάτι

noun (figurative (storm, hurricane: centre) (μτφ: με γενική)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The eye of the hurricane was clearly defined.
Το μάτι του κυκλώνα διαγραφόταν καθαρά.

κρίκος

noun (circle, loop)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You need to hook these on the metal eyes hanging from the ceiling.
Αυτά πρέπει να τα κρεμάσεις από τους μεταλλικούς κρίκους που κρέμονται από το ταβάνι.

τρύπα

noun (hole in a needle)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I used to put threads through the eyes of needles for my mother.
Συνήθιζα να περνώ νήματα από την τρύπα της καρφίτσας για τη μητέρα μου.

φύτρα

noun (on a potato)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You need to peel the potatoes and remove all the eyes as well.
Πρέπει να ξεφλουδίσεις τις πατάτες και επίσης να αφαιρέσεις τις φύτρες.

οπή

noun (of a bolt)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The eye of this bolt is blocked up with grease.
Η τρύπα αυτού του κρίκου είναι βουλωμένη με γράσο.

κέντρο

noun (on a flower)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The eye of the daisy is yellow.
Το κέντρο της μαργαρίτας είναι κίτρινο.

ντετέκτιβ

noun (detective)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The private eye usually worked on divorce cases.
Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ συνήθως δούλευε σε υποθέσεις διαζυγίων.

οδηγός

plural noun (figurative (guide for the blind)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The dog worked as the blind man's eyes.
Ο σκύλος ήταν τα μάτια του τυφλού άντρα.

κοιτάζω

transitive verb (look at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He eyed her across the room, making her nervous.
Την έκοψε από την άλλη άκρη του δωματίου, δημιουργώντας της νευρικότητα.

τραβάω την προσοχή κπ

phrasal verb, transitive, separable (be noticed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

οφθαλμός αντί οφθαλμού

noun (figurative (revenge) (μτφ, εκδίκηση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He destroyed his rival's creation, saying it was an eye for an eye.
Κατέστρεψε το δημιούργημα του ανταγωνιστή του, λέγοντας ότι αυτό ήταν οφθαλμός αντί οφθαλμού.

οφθαλμός αντί οφθαλμού

noun (figurative (justice) (μτφ, δικαιοσύνη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
For murder I believe an eye for an eye is fair punishment.
Όσον αφορά το φόνο, πιστεύω ότι το οφθαλμός αντί οφθαλμού είναι δίκαιη τιμωρία.

αγαπημένος

noun (beloved person)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Jenny loved all her children, but her eldest child was the apple of her eye.
Η Τζένη αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά το μεγαλύτερο ήταν η αδυναμία της.

η ομορφιά είναι υποκειμενική

expression (beauty is subjective)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εναέρια άποψη

noun (view from above)

I got a bird's-eye view of the Atlantic as my plane flew over it.

μαυρισμένο μάτι

noun (bruising around the eye) (από μπουνιά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He had a black eye after the fight.

κακή φήμη

noun (figurative (bad reputation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The company suffered a black eye when the police charged its chairman with fraud.

δεν εκπλήσσομαι

verbal expression (figurative, informal (not be shocked or disapprove) (από κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διάνα

noun (centre of target)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
John threw a dart, which hit the bull's eye.

αντανακλαστικό σήμανσης

noun (UK, usually plural (reflective road stud)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τραβάω την προσοχή, τραβάω το βλέμμα

verbal expression (be noticeable)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The bold designs and bright colours of these dresses really catch the eye.

κάνω κπ να με προσέξει

verbal expression (be noticed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Laura's performance in the show caught the eye of talent scouts.

αετίσιο μάτι

noun (figurative (keen observation) (μεταφορικά)

Ray's eagle eye soon picked out the errors in the text.

στενή παρακολούθηση

noun (figurative (close watch)

I know all about your behaviour at your last school so I'll be keeping an eagle eye on you. Under the teacher's eagle eye, no student dared to misbehave.

χάρμα οφθαλμών

adjective (informal, figurative (good looking) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I don't know who she is but she's very easy on the eyes.

που δεν σε κουράζει να το κοιτάς

adjective (literal (not tiring to look at)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Staring at the television for a long period of time is not easy on the eyes.

το κακό μάτι

noun (cursed stare)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
She believed someone had put the evil eye on her cattle, causing them to sicken and die.

άγρια ματιά

noun (figurative (angry or unpleasant gaze)

She was obviously jealous and gave me the evil eye when no-one was looking.

πόνος στα μάτια

noun (pain in eye area)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κοχλίας με κρίκο

noun (metal screw with loop)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

χάρμα οφθαλμών

noun (slang ([sb], [sth] attractive)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
There was some very nice eye candy at the party last night.

πίνακας

(for testing vision)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

χρώμα των ματιών

noun (color of the irises)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οπτική επαφή

noun (looking into [sb]'s eyes)

Eye contact is important when communicating with others.
Η οπτική επαφή είναι σημαντική στην επικοινωνία με τους άλλους.

οφθαλμίατρος

noun (ophthalmologist)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σταγόνες για τα μάτια

plural noun (solution applied to eye)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

πιπέτα

noun (pipette)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

οφθαλμολογική εξέταση

noun (colloquial (inspection by an ophthalmologist)

εξέταση όρασης

noun (colloquial (sight test)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
You don't need to take another driving test to renew your license, you just have to take an eye exam to prove to the inspector that you can still see well enough to drive.

παρατηρητικότητα

noun (keen observational skills)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

το ύψος των ματιών

noun (same height as [sb]'s eyes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάλυμμα ματιού

noun (covering for one eye)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σκιά ματιών

noun (make-up for the eyelids)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She was wearing far too much eye shadow. My wife always takes forever to put on her eye shadow!
Φορούσε υπερβολικά πολλή σκιά ματιών. Η γυναίκα μου πάντα κάνει ώρες για να βάλει σκιά στα μάτια της!

κόγχη ματιού

(anatomy)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

oπτικό πεδίο ανάγνωσης λέξεων

noun (words taken in at one glance) (πόσες λέξεις διαβάζουμε με μια ματιά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

οφθαλμίατρος

noun (ophthalmologist)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

συμφωνία

adverb (figurative (in agreement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My parents aren't always eye to eye on politics.

συμφωνία

adverb (on the same level)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

που τραβάει την προσοχή

noun (informal (person, thing that attracts attention)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που τραβάει την προσοχή

adjective (attractive, grabbing the attention)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That shirt's a very eye-catching colour. His sports car is very eye-catching.

που σου ανοίγει τα μάτια

noun (figurative, informal ([sth] surprising or revelatory) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The talk was a real eye-opener. I learnt lots of new things.

πρωινό ποτό, πρωινό ποτάκι

noun (US, informal (alcoholic drink in morning)

Pete poured himself an eye-opener as soon as he got out of bed.

αφυπνιστικός

adjective (revelatory, revealing)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Seeing where caviar comes from is an eye-opening experience.

στραβοκοίταγμα

noun (raising eyes upward in exasperation)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

που με κάνει να αγανακτήσω

adjective (causing [sb] to raise eyes in exasperation)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (device for washing eye)

σταγόνες

plural noun (medication dropped into the eye)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
If your eyes get too dry, use some eyedrops.

υπερευρυγώνιος

adjective (lens, view: wide-angle)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This photograph was taken with a wide-angled lens, and shows a fisheye view of the city.

φακός fisheye

noun (convex, very wide-angle lens)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Using a fisheye lens makes mediocre skateboarders look great.

ρίχνω πονηρές ματιές σε κπ

verbal expression (UK, informal, figurative (look at [sb] seductively)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ρίχνω μια αγριεμένη ματιά σε κπ

verbal expression (US, informal (look at critically)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A woman stole my parking spot, so when I saw her in the store, I gave her the eye.

γυάλινο μάτι

noun (false eyeball)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Every night before I go to bed I take out my glass eye and put it in a bowl of water by the bed.

τραβάω το μάτι, τραβάω το βλέμμα

verbal expression (informal, figurative (attract attention)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Wow, that's an outfit that'll grab the eye.

σκύλος-οδηγός

noun (blind person's assistance dog)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Labradors have traditionally been used as guide dogs.

έχω καλό μάτι, είμαι παρατηρητικός

verbal expression (informal (notice)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The painter has an eye for detail.

έχω αδυναμία σε κπ

verbal expression (slang (be attracted)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
That guy has an eye for the ladies.

βάζω κτ στο μάτι

verbal expression (want) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I've got my eye on a little yellow handbag I saw in a shop window.

παρακολουθώ

verbal expression (watch)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I've got my eye on you, young man. So behave!

σχεδιάζω

verbal expression (aim, intend)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The company has an eye on future expansion into overseas markets.

σκοπεύω να κάνω κτ, σχεδιάζω να κάνω κτ

verbal expression (aim, intend)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I keep working this job, but I have my eye on going back to college.

κόπιτσα

noun (two-piece fastening) (ραπτική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κόπιτσας

noun as adjective (relating to a hook and eye) (σε γενική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στο φως της δημοσιότητας

adverb (featured prominently in the media)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you're going to be a politician you have to be prepared to live in the public eye.

διάσημος, επιφανής

adjective (prominent, featured in the media)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Kate Middleton has been in the public eye since she became engaged to Prince William.
Η Κέιτ Μίντλετον είναι διάσημη από τότε που αρραβωνιάστηκε τον Πρίγκιπα Ουίλιαμ.

από τη μια στιγμή στην άλλη

expression (figurative, informal (instant, brief moment)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
And in the twinkling of an eye she was gone.

παρατηρητικότητα

noun (good ability to find [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

έχω κτ στον νου μου, έχω τον νου μου σε κτ

verbal expression (informal (watch carefully) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When cooking soufflés, you need to keep an eye on them so they don't fall.
Όταν φτιάχνετε σουφλέ, πρέπει να τα έχετε τον νου σας για να μην ξεφουσκώσουν.

έχω το νου μου για

transitive verb (informal (remain vigilant for)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's important to keep an eye out for dangerous snakes in the bush. Keep an eye out for a parking spot.
Είναι σημαντικό να έχεις το νου σου μήπως υπάρχουν επικίνδυνα φίδια στην ύπαιθρο. Έχε το νου σου μήπως δεις καμιά θέση πάρκινγκ.

προσβολή

noun (UK, figurative, informal (insult, rejection)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

λέιζερ

noun (operation to correct vision) (στα μάτια)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

αλληθωρισμός, στραβισμός

noun (informal (squint, inability to focus) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αμβλυωπία

noun (formal (amblyopia, dim vision in apparently normal eye) (επίσημο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Children with a lazy eye have to wear an eye patch.

eyeliner

noun (eye liner)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Rachel put some fresh eye liner on.

Μάτι του Λονδίνου

noun (London's big wheel)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κοιτάζω κπ κατάματα

verbal expression (look directly at)

κοιτάζω κπ στα μάτια

verbal expression (not feel ashamed) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Can you look me in the eye and tell me you didn't cheat on the test?

κοιτάω στα μάτια

verbal expression (look directly into [sb]'s eyes)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
People who are lying often avoid making eye contact.

φαντασία

noun (imagination)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
In my mind's eye, I can picture the big house that I will live in one day.

διά γυμνού οφαλμού

noun (figurative (eyesight: without optical aids)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The naked eye cannot see infrared light.

δεν έχω την παραμικρή αντίδραση

verbal expression (figurative, informal (be impassive, not react)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The defendant didn't bat an eyelid when the prosecutor suggested she had intended to commit murder.

με την άκρη του ματιού μου

adverb (in your peripheral vision)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She couldn't describe him accurately because she'd only seen him out of the corner of her eye.

λευκή μαργαρίτα

noun (flower)

επιπεφυκίτιδα

noun (US, informal (conjunctivitis: eye inflammation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Pinkeye is so contagious that people are often asked to stay home from work until their symptoms disappear.

ντετέκτιβ, ντέντεκτιβ

noun (informal (privately-hired detective)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Thompson hired a private eye to find out if his wife was having an affair.

φως της δημοσιότητας

noun (figurative (attention of the general public)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The children of politicians grow up in the public eye.

ταχεία κίνηση των ματιών

noun (eye movements during sleep) (ύπνος)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κόκκινα μάτια

noun (uncountable (camera flash reflection in the eyes) (σε φωτογραφία)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Most modern cameras have a setting which helps to reduce red-eye.

νυχτερινή πτήση

noun (informal (late-night plane flight)

I'm exhausted: I took the red-eye from London to New York.

REM

noun (acronym (rapid eye movement)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

μπριζόλα rib eye

noun (cut of beef: steak)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ξενοκοιτάω

noun (figurative, informal (lusting after [sb] other than partner) (για άντρα, μουρντάρης)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
She was sure that his roving eye meant that he would like to do more than just look at other women.

μάπα

noun (type of fastening) (είδος βίδας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

έχω την ίδια άποψη

verbal expression (figurative (agree)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We don't always see eye to eye.
Δεν έχουμε πάντα την ίδια άποψη.

παρατηρητικότητα, οξυδέρκεια

noun (figurative (keen powers of observation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He has a sharp eye for spelling mistakes.

ύπνος

noun (informal (sleep)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tania is exhausted and really needs to get some shuteye.

είμαι σε εγρήγορση

verbal expression (figurative (stay alert to danger)

αυτό δεν είναι όλο, υπάρχει και κάτι άλλο

expression (This is not what it seems)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It seems like he's vanished into thin air, but that's impossible. There's more to this situation than meets the eye.

δια γυμνού οφθαλμού

expression (without use of optical aids)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
On a clear night, Jupiter is visible to the naked eye.

κάνω τα στραβά μάτια

verbal expression (figurative (pretend not to see [sth]) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I knew exactly what she was up to but decided to turn a blind eye.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του eyes στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του eyes

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.