Τι σημαίνει το aparecer στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης aparecer στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του aparecer στο ισπανικά.

Η λέξη aparecer στο ισπανικά σημαίνει εμφανίζομαι, φαίνομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, πηγαίνω, βρίσκομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι, δημιουργούμαι, φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα, εμφανίζομαι, φτάνω απροειδοποίητος, στον ορίζοντα, κάνω την εμφάνισή μου, δίνω το παρόν, εντοπίζομαι, φουντώνω, εμφανίζομαι, μπαίνω, φυτρώνω, εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι τυχαία, εμφανίζομαι ξαφνικά, βγαίνω σε κτ, έρχομαι, πάω, ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι, πετάγομαι, προκύπτω, έρχομαι στην κουβέντα, προκύπτω, εμφανίζομαι, πετάγομαι, εμφανίζομαι, βγαίνω στην επιφάνεια, -, -, σκάω, βγαίνω, βγάζω, παρουσιάζομαι, εμφανίζομαι, επινοώ, εφευρίσκω, προκαλώ διάσειση σε κπ, δημιουργώ, εμφανίζομαι στη σκηνή, ξεπηδώ, ξεπροβάλλω, ξεπετάγομαι, πετάγομαι, εμφανίζομαι σιγά-σιγά, περνάω, εμφανίζω, βγάζω, εκτυλίσσομαι, κάνω σύντομη εμφάνιση, κάνω ένα πέρασμα, βλέπω κτ σιγά-σιγά, εμφανίζομαι, εμφανίζομαι πάνω από το νερό. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης aparecer

εμφανίζομαι, φαίνομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Al fin aparecieron a lo lejos, a la otra punta de la playa.
Τελικά, εμφανίστηκαν (or: φάνηκαν) στην άλλη άκρη της παραλίας.

εμφανίζομαι

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se suponía que nos íbamos a encontrar para tomar un té a las 5 en punto, pero no apareció.
Υποτίθεται ότι θα βρισκόμασταν για τσάι στις πέντε, αλλά δεν εμφανίστηκε.

εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, πηγαίνω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
No esperaba que apareciese en mi fiesta, puesto que no estaba invitado.
Δεν περίμενα να εμφανιστεί στο πάρτι μου αφού δεν τον είχα καλέσει. Κανείς δεν έλεγε πότε θα εμφανιστεί (or: παρουσιαστεί). Πάντα αργούσε.

βρίσκομαι, εμφανίζομαι

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
No te preocupes por tus gafas: aparecerán.
Μην ανησυχείς για τα γυαλιά σου, θα βρεθούν. Χάνω συχνά τα κλειδιά μου αλλά συνήθως εμφανίζονται κάπου στην κουζίνα.

εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ha aparecido en varios programas de televisión.
Έχει εμφανιστεί σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές.

εμφανίζομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La peste negra surgió (or: apareció) por primera vez en Inglaterra en 1348.

δημιουργούμαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las Naciones Unidas vieron la luz como consecuencia del deseo de mantener la estabilidad mundial.

φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα

Un amigo apareció por la ciudad, y nos iremos a cenar esta noche.

εμφανίζομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

φτάνω απροειδοποίητος

verbo intransitivo

Aparece sin avisar esperando que le den de cenar.

στον ορίζοντα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Las montañas que aparecían a la vista estaban coronadas por espesas nubes.
Τα βουνά στον ορίζοντα ήταν καλυμμένα από πυκνά σύννεφα.

κάνω την εμφάνισή μου, δίνω το παρόν

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me pregunto si el ex novio de la novia aparecerá en la boda.

εντοπίζομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La cartera apareció en un contenedor de basura.
Το άδειο πορτοφόλι εντοπίστηκε σε έναν κάδο σκουπιδιών.

φουντώνω

(μεταφορικά: υπάρχει ήδη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El herpes puede aparecer en aquellos que hayan tenido varicela de chicos.
Ο έρπης ζωστήρας μπορεί να εμφανιστεί σε μεγαλύτερη ηλικία σε εκείνους που πέρασαν ανεμοβλογιά στην παιδική τους ηλικία.

εμφανίζομαι, μπαίνω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ήμουν 30 χρονών, όταν εμφανίστηκε στη ζωή μου ο Τζέισον και την άλλαξε μια για πάντα.

φυτρώνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Intento sacarme los pelos de la ceja apenas empiezan a aparecer.
Προσπαθώ να βγάζω τις ατίθασες τρίχες των φρυδιών μου, αμέσως μόλις αυτές φυτρώνουν.

εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Si pinchas en ese botón la foto aparecerá en la pantalla.
Αν πιέσεις αυτό το πλήκτρο πρέπει να εμφανιστεί η εικόνα στην οθόνη σου.

ξεπροβάλλω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El sol apareció por las montañas.

εμφανίζομαι τυχαία

verbo intransitivo

εμφανίζομαι ξαφνικά

verbo intransitivo

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βγαίνω σε κτ

(καθομιλουμένη)

El desastre apareció en las noticias de la tarde.
Η καταστροφή βγήκε στο νυχτερινό δελτίο ειδήσεων.

έρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La lluvia apareció (or: vino) de la nada.

πάω

(κάπου ή σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Dijo que haría todo lo posible para venir, pero que probablemente llegaría tarde.

ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se oyó un ruido entre los arbustos y salió un erizo.

πετάγομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Max abrió el armario y sus hijos saltaron gritando "¡Sorpresa!".

προκύπτω, έρχομαι στην κουβέντα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El senador sabía que esa pregunta sobre su campaña iba a salir.
Ο γερουσιαστής ήξερε ότι θα προέκυπταν ερωτήσεις για την εκστρατεία του.

προκύπτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Surgirán problemas si no se dispersa a la multitud.
Θα προκύψουν προβλήματα αν δεν διαλυθεί το πλήθος.

εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
De repente llegaron dos autobuses al mismo tiempo.
Ξαφνικά, κατέφτασαν δύο λεωφορεία την ίδια στιγμή.

πετάγομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El payaso saldrá de la caja.
Ένας κλόουν θα πεταχτεί (or: τιναχτεί) μέσα από το κουτί.

εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

βγαίνω στην επιφάνεια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La pelota se perdió en el lago y a los pocos segundos surgió de nuevo.
Η μπάλα εξαφανίστηκε μέσα στη λίμνη κι έπειτα βγήκε στην επιφάνεια λίγα λεπτά αργότερα.

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Le salió un sarpullido en el cuello.
Βγήκε ένα εξάνθημα στο λαιμό του

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
El autobús llegó justo cuando estaba empezando a llover.
Το λεωφορείο έφτασε ακριβώς μόλις ξεκίνησε να βρέχει.

σκάω

(figurado) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cuando Rick y Daisy discuten, a menudo el asunto del dinero asoma la cabeza.

βγαίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Sal de las sombras y ven aquí a la luz donde pueda verte.
Βγες από τις σκιές και στάσου εδώ στο φως όπου μπορώ να σε δω.

βγάζω

verbo intransitivo (sarpullido, urticaria) (σπυριά, εξάνθημα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παρουσιάζομαι

(película, programa)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La película tiene la actuación de Johnny Depp como un vampiro.
Η ταινία παρουσιάζει τον Τζόνι Ντεπ ως βρυκόλακα.

εμφανίζομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La foto apareció en muchos periódicos.
Η εικόνα εμφανίστηκε σε πολλές εφημερίδες.

επινοώ, εφευρίσκω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El hombre conjuró una paloma de la nada.

προκαλώ διάσειση σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δημιουργώ

(figurado) (από το πουθενά, από το τίποτα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El dependiente de pronto conjuró un par de zapatos de mi tamaño.

εμφανίζομαι στη σκηνή

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Hamlet aparece en escena desde la izquierda, no desde la derecha!

ξεπηδώ, ξεπροβάλλω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El asesino salió de la nada.

ξεπετάγομαι, πετάγομαι

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Muchas tiendas de segunda mano empezaron a aparecer de repente por todo mi pueblo.
Πολλά μαγαζιά με μεταχειρισμένα έχουν ξαφνικά αρχίσει να ξεπετάγονται στην πόλη μου.

εμφανίζομαι σιγά-σιγά

A medida que la escena aparece gradualmente, escuchamos la lluvia golpear contra el techo.

περνάω

(καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

εμφανίζω, βγάζω

locución verbal (κυρίως για ταχυδακτυλουργίες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El público bostezó cuando el mago hizo aparecer otro conejo del sombrero.
Το κοινό έμεινε με το στόμα ανοιχτό, την ώρα που ο μάγος έβγαλε ακόμη έναν λαγό από το καπέλο.

εκτυλίσσομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El drama se fue desarrollando poco a poco.
Το δράμα εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια των μαρτύρων.

κάνω σύντομη εμφάνιση, κάνω ένα πέρασμα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βλέπω κτ σιγά-σιγά

locución verbal

εμφανίζομαι

(ξαφνικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

εμφανίζομαι πάνω από το νερό

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του aparecer στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.