Τι σημαίνει το carrera στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης carrera στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του carrera στο ισπανικά.

Η λέξη carrera στο ισπανικά σημαίνει αγώνας, σταδιοδρομία, αγώνας ταχύτητας, επάγγελμα, πτυχίο, αγώνας δρόμου, ακαδημαΐκό πρόγραμμα σπουδών, αγώνας δρόμου, drag race, drag racing, βιαστικό βήμα, γρήγορο βήμα, ειδίκευση, ειδικότητα, τρέξιμο, αγώνας δρόμου, τρύπα, run, χτύπημα μέχρι την πρώτη βάση, παιχνίδι στο οποίο ένας παίκτης προσπαθεί να προωθήσει την μπάλα πέρα από τη γραμμή επίθεσης, τρύπα, επάγγελμα, -, βιαστικό περπάτημα, κυνήγι, χρόνος, τρέχω, ταρίφα, κατεβάζω σε αγώνες, παραβγαίνω, πάω μια κόντρα, τρέχω, πετάγομαι, εμπόδια, μέδεν, χάνω πόντους, από άποψη καριέρας, από άποψη σταδιοδρομίας, βιαστικά, σκυταλοδρομία, ιπποδρομία μετ' εμποδίων, ιπποδρομία, αγώνας δρόμου, δοκιμή, ανταγωνισμός εξοπλισμών, ποδηλατικός αγώνας, γυναίκα καριέρας, αρματοδρομία, αγώνας αντοχής, αρματοδρομία, αγώνας ταχύτητας για μοτοσυκλέτες, αγωνιστικό αυτοκίνητο, σκυταλοδρομία, αυτοκινητικός αγώνας, καθημερινότητα, διαχείριση καριέρας, διαχείριση σταδιοδρομίας, ανώμαλος δρόμος, αγώνας ανώμαλου δρόμου, πολιτικός αγώνας, μάχη για την εξουσία, αγωνιστικό ποδήλατο, άλμα με φόρα, σόλο καριέρα, πατινάζ ταχύτητας, παλιρροϊκό εύρος, τακτική στο ποδόσφαιρο, στην οποία ο παίκτης με την μπάλα τρέχει έξω από την επιθετική γραμμή, αγώνας με αυτοκίνητα που συγκρούονται μέχρι να καταστραφούν όλα εκτός από ένα, αγώνες ποδηλασίας, ιπποδρομία από σημείο σε σημείο, ιπποδρομία point-to-point, κόντρες, ανάβαση λόφου, αγώνας τρεξίματος, στον οποίο και τα δύο πόδια είναι μέσα σε σάκο, κόντρες, έχω άλογα κούρσας, έχω πιθανότητες νίκης, κάνω βιαστικά, ξεπετάω, πετιέμαι στο/μέχρι το, μόνιμος, τρίτο έτος, στιπλ, είδος αλόγου που αγωνίζεται καλύτερα σε βρεγμένο ή λασπώδες έδαφος, εμπόδιο, σκίζω, επαναληπτικός αγώνας, άλογο ιπποδρομίας, σκίζομαι, κινούμαι βιαστικά, αγωνιστικό ποδήλατο, επαναλαμβάνω τον αγώνα, αγώνας ποδηλασίας, επιτόπιος, αγώνας 1 μιλίου, ποντάρισμα, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης carrera

αγώνας

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Fred ganó la carrera alrededor del parque.
Ο Φρεντ βγήκε πρώτος στον αγώνα γύρω από το πάρκο.

σταδιοδρομία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Martín hizo una gran carrera en la compañía.
Ο Μάρτιν είχε μεγάλη καριέρα στην εταιρία.

αγώνας ταχύτητας

nombre femenino

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
El Indy 500 es una famosa carrera de autos.
Το Ίντι 500 είναι ένας πασίγνωστος αγώνας ταχύτητας αυτοκινήτων.

επάγγελμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Muchos chicos quieren tener como profesión la de médico.
Πολλά παιδιά θέλουν να κάνουν καριέρα ως γιατροί.

πτυχίο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tiene un título en Letras otorgado por la Universidad de Virginia.
Έχει πτυχίο στην αγγλική γλώσσα από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια.

αγώνας δρόμου

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ακαδημαΐκό πρόγραμμα σπουδών

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Después del bachillerato siguió la carrera de Abogacía.

αγώνας δρόμου

nombre femenino (Dep)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
La carrera a tres piernas siempre ha sido mi carrera favorita.

drag race

(dos autos)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

drag racing

(dos autos)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βιαστικό βήμα, γρήγορο βήμα

El niño salió a la carrera para no llegar tarde al colegio.

ειδίκευση, ειδικότητα

(universidad)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las carreras más populares de esta Universidad son Inglés, Comercio, y Economía.
Οι πιο δημοφιλείς ειδικεύσεις (or: ειδικότητες) σε αυτό το πανεπιστήμιο είναι τα Αγγλικά, το εμπόριο και τα οικονομικά.

τρέξιμο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La carrera de Juan por el tren no fue lo suficientemente rápido y lo perdió.
Το τρέξιμο που έριξε ο Τζον για το τρένο δεν ήταν αρκετό και το έχασε.

αγώνας δρόμου

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Organizamos una carrera para un evento de caridad.
Οργανώνουμε έναν φιλανθρωπικό αγώνα δρόμου αυτό το σαββατοκύριακο.

τρύπα

nombre femenino (medias)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Tengo una carrera en las medias.
Έχει φύγει ένας πόντος στο καλσόν μου.

run

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Hicieron doce carreras en el primer nivel.

χτύπημα μέχρι την πρώτη βάση

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Anotó dos carreras en ese juego.

παιχνίδι στο οποίο ένας παίκτης προσπαθεί να προωθήσει την μπάλα πέρα από τη γραμμή επίθεσης

nombre femenino (αμερικανικό ποδόσφαιρο)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Placaron al quarterback y la carrera se completó.

τρύπα

nombre femenino (καλσόν)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las medias de Stacey tenían una carrera.

επάγγελμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Qué profesiones ofrecen la mayor seguridad laboral hoy en día?
Ποια επαγγέλματα προσφέρουν τη μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια σήμερα;

-

(coloquial) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Cuando Don se enteró de que su mujer estaba teniendo al bebé, salió de la oficina de una corrida.
Όταν έμαθε ότι γεννάει η γυναίκα του, ο Ντον έφυγε τρέχοντας από το γραφείο.

βιαστικό περπάτημα

La corrida del conejo me sobresaltó.

κυνήγι

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El equipo salió en persecución del campeonato.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η καταδίωξη του ληστή ήταν εύκολη υπόθεση για τους αστυφύλακες.

χρόνος

(μτφ: μηχανολογία)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
¿Cuánto tarda el motor en completar un curso?

τρέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su corrida por el bus no tuvo resultados, estaba muy lejos como para lograr alcanzarlo.
Η τρεχάλα του δεν είχε νόημα, ήταν πολύ μακριά από το λεωφορείο και δεν υπήρχε ελπίδα να το προλάβει.

ταρίφα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Bianca pagó la tarifa del taxi.

κατεβάζω σε αγώνες

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mi tío Rory entrena y hace correr galgos.
Ο θείος μου ο Ρόρι προπονεί γουίπετ και τα κατεβάζει σε αγώνες.

παραβγαίνω

(με κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los niños hicieron carreras uno contra el otro colina abajo.

πάω μια κόντρα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Te echo una carrera hasta la esquina!
Παραβγαίνουμε μέχρι τη γωνία;

τρέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Esta mañana te vi corriendo calle abajo intentando no perder el autobús.
Σε είδα να τρέχεις στον δρόμο σήμερα το πρωί για να μη χάσεις το λεωφορείο σου.

πετάγομαι

(a casa de alguien) (καθομ, μεταφορικά: κάπου ή σε κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Μπορείς να πεταχτείς μέχρι του Γιάννη για να παραδώσεις αυτή την κάρτα;

εμπόδια

(atletismo) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Karen decidió intentar vallas porque no quería correr la carrera de 800 metros.
Η Κάρεν αποφάσισε να δοκιμάσει το δρόμο μετ' εμποδίων γιατί δεν ήθελε να τρέξει στον αγώνα των 800 μέτρων.

μέδεν

(άλογο)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
El caballo era un principiante y no apostaron mucho por él es su primera carrera.

χάνω πόντους

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mis pantimedias se están corriendo.

από άποψη καριέρας, από άποψη σταδιοδρομίας

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Esta actividad es más bien un hobby, no está directamente relacionada con mi carrera profesional.

βιαστικά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Isabella corría con prisa de un lado a otro tratando de dejar todo listo.

σκυταλοδρομία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Phillip y sus compañeros de equipo participarán en una carrera de relevos de 400 metros.
Ο Φίλιπ και οι συμπαίκτες του συμμετέχουν στη σκυταλοδρομία των 400 μ.

ιπποδρομία μετ' εμποδίων

locución nominal femenina (equitación)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ιπποδρομία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Voy a ir al hipódromo a ver la carrera de caballos estelar.

αγώνας δρόμου

nombre femenino (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Estamos en una carrera contra el reloj, ¡la fecha de entrega es hoy!

δοκιμή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Rory llevó su auto de carreras a la pista para realizar una carrera de prueba.

ανταγωνισμός εξοπλισμών

locución nominal femenina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ποδηλατικός αγώνας

nombre femenino (Argentina)

γυναίκα καριέρας

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αρματοδρομία

nombre femenino (ιστορικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Les tomó más de tres meses filmar la secuencia de la carrera de cuadrigas.

αγώνας αντοχής

(automovilismo, motociclismo) (μηχανοκίνητα σπορ)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αρματοδρομία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las carreras de calesas necesitan un caballo, una calesa y un chofer.

αγώνας ταχύτητας για μοτοσυκλέτες

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Las carreras de la Isla de Man son las carreras de motos más famosas del mundo.

αγωνιστικό αυτοκίνητο

locución nominal masculina

σκυταλοδρομία

locución nominal femenina (deporte)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Estaba corriendo una carrera de relevos cuando se me cayó el testigo.

αυτοκινητικός αγώνας

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

καθημερινότητα

locución nominal masculina (figurado)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Quisiera salir de esta carrera de locos y trabajar desde casa.

διαχείριση καριέρας, διαχείριση σταδιοδρομίας

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανώμαλος δρόμος

(μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Soy bueno en atletismo pero no tengo la resistencia como para una carrera campo a través.
Είμαι καλός στον στίβο, αλλά δεν έχω την αντοχή που απαιτείται για τον ανώμαλο δρόμο.

αγώνας ανώμαλου δρόμου

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

πολιτικός αγώνας

Chris Dudley participó de la carrera política para ser gobernador de Oregon.

μάχη για την εξουσία

nombre femenino

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αγωνιστικό ποδήλατο

Mi bicicleta de carrera tiene nueve cambios.

άλμα με φόρα

σόλο καριέρα

locución nominal femenina

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Aunque se inició en un grupo juvenil, Ricky Martin saltó a la fama tras comenzar su carrera solista.

πατινάζ ταχύτητας

nombre femenino

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παλιρροϊκό εύρος

nombre femenino

τακτική στο ποδόσφαιρο, στην οποία ο παίκτης με την μπάλα τρέχει έξω από την επιθετική γραμμή

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αγώνας με αυτοκίνητα που συγκρούονται μέχρι να καταστραφούν όλα εκτός από ένα

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αγώνες ποδηλασίας

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Judith forma parte de carreras ciclistas desde que es adolescente.

ιπποδρομία από σημείο σε σημείο, ιπποδρομία point-to-point

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κόντρες

locución nominal masculina (de coches)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

ανάβαση λόφου

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αγώνας τρεξίματος, στον οποίο και τα δύο πόδια είναι μέσα σε σάκο

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κόντρες

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

έχω άλογα κούρσας

verbo transitivo

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Mi familia ha inscrito caballos en las carreras desde el siglo XIX.

έχω πιθανότητες νίκης

locución verbal (figurado)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κάνω βιαστικά, ξεπετάω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Hice las tareas de la casa a la carrera para poder mirar la película de la tarde en la televisión.

πετιέμαι στο/μέχρι το

locución verbal (Chile) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Voy de una carrera a la tienda a comprar leche.

μόνιμος

locución nominal común en cuanto al género (στρ)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

τρίτο έτος

(πανεπιστήμιο)

Muchas universidades ofrecen a sus estudiantes la oportunidad de estudiar su penúltimo año en el extranjero.

στιπλ

locución nominal femenina (αγώνας δρόμου με εμπόδια)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

είδος αλόγου που αγωνίζεται καλύτερα σε βρεγμένο ή λασπώδες έδαφος

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εμπόδιο

locución nominal femenina (figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σκίζω

locución verbal (medias)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Me hice una carrera en las medias tratando de trepar la reja.
Έσκισα το καλσόν μου προσπαθώντας να σκαρφαλώσω πάνω από τον φράκτη.

επαναληπτικός αγώνας

άλογο ιπποδρομίας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σκίζομαι

locución verbal (medias)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Mis medias eran tan finas que me hice una carrera apenas diez minutos después de ponérmelas.
Το καλσόν μου ήταν τόσο λεπτό που σκίστηκε δέκα λεπτά αφού το φόρεσα.

κινούμαι βιαστικά

expresión

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Me subí el cuello del piloto y me fui a la carrera por las calles barridas por la lluvia.

αγωνιστικό ποδήλατο

επαναλαμβάνω τον αγώνα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αγώνας ποδηλασίας

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

επιτόπιος

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Jim dio un salto en el aire sin coger carrerilla y agarró el disco.

αγώνας 1 μιλίου

locución nominal femenina

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ryan llegó el primero en la carrera de la milla.

ποντάρισμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Johnny esperaba poder ganar las carreras clásicas.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

locución verbal

El equipo hace un promedio de doscientas yardas de carrera en el juego.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του carrera στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.