Τι σημαίνει το Ekel στο Γερμανικό;
Ποια είναι η σημασία της λέξης Ekel στο Γερμανικό; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του Ekel στο Γερμανικό.
Η λέξη Ekel στο Γερμανικό σημαίνει αηδία, αποστροφή, απέχθεια, γλοιώδης τύπος, αηδία, αντιπάθεια, απέχθεια, αποστροφή, αποστροφή, απέχθεια, απέχθεια, απέχθεια, αποστροφή, γλοιώδης τύπος, άξιος περιφρόνησης, λεχρίτης, άχρηστος, προκαλώ αηδία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.
Σημασία της λέξης Ekel
αηδία
Sie wand sich voller Ekel vom Wrack ab. |
αποστροφή, απέχθεια
|
γλοιώδης τύπος(καθομ, μειωτικό) |
αηδία
Και μόνο η σκέψη της σκληρότητας ενάντια στα ζώα με γεμίζει αηδία. |
αντιπάθεια, απέχθεια, αποστροφή(μίσος) Ich weiß gar nicht wo ich anfangen soll, wenn ich von meinem Hass von amerikanischer Rockmusik erzähle. Δε μπορώ καν να περιγράψω την απέχθειά μου για την αμερικάνικη ροκ μουσική. |
αποστροφή, απέχθεια
|
απέχθεια
|
απέχθεια, αποστροφή
|
γλοιώδης τύπος(καθομ, μειωτικό) |
άξιος περιφρόνησης
|
λεχρίτης(Slang, beleidigend) (αργκό, προσβλητικό) |
άχρηστος(informell) |
προκαλώ αηδία
Der faule Gestank, der aus dem Raum kam, ekelte uns an. |
Ας μάθουμε Γερμανικό
Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του Ekel στο Γερμανικό, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γερμανικό.
Ενημερωμένες λέξεις του Γερμανικό
Γνωρίζετε για το Γερμανικό
Τα Γερμανικά (Deutsch) είναι μια δυτικογερμανική γλώσσα που ομιλείται κυρίως στην Κεντρική Ευρώπη. Είναι η επίσημη γλώσσα στη Γερμανία, την Αυστρία, την Ελβετία, το Νότιο Τιρόλο (Ιταλία), τη γερμανόφωνη κοινότητα στο Βέλγιο και το Λιχτενστάιν. Είναι επίσης μία από τις επίσημες γλώσσες στο Λουξεμβούργο και στην πολωνική επαρχία Opolskie. Ως μία από τις σημαντικότερες γλώσσες στον κόσμο, τα γερμανικά έχουν περίπου 95 εκατομμύρια μητρικούς ομιλητές παγκοσμίως και είναι η γλώσσα με τον μεγαλύτερο αριθμό φυσικών ομιλητών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γερμανικά είναι επίσης η τρίτη πιο συχνά διδασκόμενη ξένη γλώσσα στις Ηνωμένες Πολιτείες (μετά τα ισπανικά και τα γαλλικά) και την ΕΕ (μετά τα αγγλικά και τα γαλλικά), η δεύτερη πιο χρησιμοποιούμενη γλώσσα στην επιστήμη[12] και η τρίτη πιο χρησιμοποιούμενη γλώσσα στο Διαδίκτυο ( μετά τα αγγλικά και τα ρωσικά). Υπάρχουν περίπου 90–95 εκατομμύρια άνθρωποι που μιλούν γερμανικά ως πρώτη γλώσσα, 10–25 εκατομμύρια ως δεύτερη γλώσσα και 75–100 εκατομμύρια ως ξένη γλώσσα. Έτσι, συνολικά, υπάρχουν περίπου 175–220 εκατομμύρια Γερμανόφωνοι παγκοσμίως.