Τι σημαίνει το splashing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης splashing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του splashing στο Αγγλικά.

Η λέξη splashing στο Αγγλικά σημαίνει πιτσιλάω, πιτσιλίζω, πιτσιλιά, πετάω, ρίχνω, πιτσιλάω, πιτσιλίζω, γουλιά, πιτσίλισμα, παφλασμός, τσαλαβουτάω, προσυδατώνομαι, ξοδεύομαι, δίνω ένα κάρο λεφτά για κτ, προκαλώ ενθουσιασμό, πλατσουρίζω, προσυδάτωση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης splashing

πιτσιλάω, πιτσιλίζω

intransitive verb (water, liquid)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The kids were messing about in the pool and water was splashing everywhere.
Τα παιδιά έκαναν χαλασμό στην πισίνα και το νερό πεταγόταν παντού.

πιτσιλιά

noun (amount of water, liquid)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
John turned the faucet on too hard and his shirt ended up covered in splashes of water.
Ο Τζον γύρισε τη βρύση πολύ δυνατά και το πουκάμισό του κατέληξε γεμάτο πιτσιλιές νερού.

πετάω, ρίχνω

transitive verb (water, liquid: displace)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The kids were splashing water at each other.
Τα παιδιά έριχναν νερό το ένα στο άλλο.

πιτσιλάω, πιτσιλίζω

transitive verb (water, liquid: get on [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The car splashed the pedestrian as it went through the puddle.
Το αυτοκίνητο έβρεξε τον πεζό καθώς πέρασε μέσα από τη λακκούβα.

γουλιά

noun (informal (small amount of drink) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
"Would you like some more wine?" - "I shouldn't really, but go on, just a splash."

πιτσίλισμα

noun (instance of splashing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The splash as the car hit the puddle was enormous.

παφλασμός

noun (sound of splashing) (νερό, κύματα)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Audrey stood on the shore, listening to the gentle splash of the waves on the rocks.

τσαλαβουτάω

intransitive verb (make your way by splashing)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The little girl splashed through the puddle.

προσυδατώνομαι

phrasal verb, intransitive (spacecraft: land in water)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ξοδεύομαι

phrasal verb, intransitive (slang, figurative (spend extravagant sum of money) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We splashed out last night and went to a fancy restaurant.
Ξοδευτήκαμε χθες το βράδυ και πήγαμε σε ένα καλό εστιατόριο.

δίνω ένα κάρο λεφτά για κτ

(slang, figurative (spend extravagant sum of money on) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We've just splashed out on a luxury holiday.
Μόλις δώσαμε ένα κάρο λεφτά για πολυτελείς διακοπές.

προκαλώ ενθουσιασμό

verbal expression (cause excitement)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The news that the film star would be visiting their small town really made a splash.

πλατσουρίζω

(play in water)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

προσυδάτωση

noun (landing on water)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του splashing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.