Τι σημαίνει το within reach of στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης within reach of στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του within reach of στο Αγγλικά.

Η λέξη within reach of στο Αγγλικά σημαίνει μέσα, μέσα, εντός, εντός, μέσα, μέσα, περιλαμβάνομαι σε κτ, είμαι μέσα στα όρια, δυο λεπτά, δυο βήματα, η ομορφιά φαίνεται στην ψυχή, είμαι στο τσακ για κτ, μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις, εγγράφω, μένω εντός χώρου, μένω εντός ορίων συμπεριφοράς/ευπρέπειας, εντός περιορισμένου εύρους, εντός των ορίων, σε απόσταση ακοής, σε ακτίνα ακοής, σε μικρή εμβέλεια, σε μικρή εμβέλεια, σε μικρή απόσταση, σε απόσταση αναπνοής, σε λογικά πλαίσια, σε λογικά πλαίσια, στο οπτικό πεδίο, νομίμως, σύννομα, νόμιμα, νόμιμος, σύννομος, σε αυτό το πλαίσιο, -, -. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης within reach of

μέσα

preposition (on the inside of)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Please stay within the boundaries.
Σε παρακαλώ μείνει εντός των ορίων.

μέσα

preposition (time: before the end of)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The project is due within three days.
Η εργασία πρέπει να παραδοθεί εντός τριών ημερών.

εντός

preposition (a given distance away) (με γενική)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
There is a town within five miles of this spot.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Εντός πέντε χιλομέτρων θα βρείτε ένα βενζινάδικο.

εντός

preposition (respecting scope or bounds) (με γενική)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
They did not act within the terms of the agreement.
Δεν έδρασαν σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

μέσα

adverb (the inside)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I could hear a scratching sound coming from within.
Άκουγα έναν ήχο σαν γρατζούνισμα που ερχόταν από το εσωτερικό.

μέσα

adverb (inwardly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
His feelings were held within.

περιλαμβάνομαι σε κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (be classified under)

είμαι μέσα στα όρια

phrasal verb, transitive, inseparable (be included in)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
All of your vital sign readings fall within the normal range for your age.
Όλα τα ζωτικά σου σημεία είναι μέσα στα φυσιολογικά όρια για την ηλικία σου.

δυο λεπτά, δυο βήματα

expression (figurative, informal (near) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The shop is just a stone's throw from my house.
Το κατάστημα είναι δυο λεπτά από το σπίτι μου. Το κατάστημα είναι δυο βήματα από το σπίτι μου.

η ομορφιά φαίνεται στην ψυχή

expression (Moral virtues produce real beauty.)

είμαι στο τσακ για κτ

verbal expression (informal (almost do [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις

verbal expression (figurative (summon inner resources)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Dig deep within yourself and you'll find you can overcome any fear.

εγγράφω

(geometry: draw [sth] inside) (κάτι σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The math teacher inscribed a circle in a square.

μένω εντός χώρου

verbal expression (stay within boundaries: of a property) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Students must keep within the bounds of the school at all times during the day.

μένω εντός ορίων συμπεριφοράς/ευπρέπειας

verbal expression (figurative (stay within limits: of behaviour) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you can't keep within the bounds of good behaviour you will have to leave the class.

εντός περιορισμένου εύρους

expression (from a restricted selection)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εντός των ορίων

adverb (not beyond limits)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Stay within the bounds of the school!

σε απόσταση ακοής

adverb (at an audible distance) (όχι συχνό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We'd better not talk about him while he's within earshot!

σε ακτίνα ακοής

adverb (closely enough to be heard)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She insulted me in a loud enough voice that everyone within hearing range turned to look.

σε μικρή εμβέλεια

adverb (closely enough)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The car went through the mud, splashing everyone within range.

σε μικρή εμβέλεια

preposition (closely enough to)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Don't start shooting until you're within range of the target.

σε μικρή απόσταση

adverb (close enough to be reached)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Medicines should not be stored within reach of children. The baby cried for the ball, which was not within reach.
Τα φάρμακα δεν πρέπει να αποθηκεύονται σε μικρή απόσταση από τα παιδιά. Το μωρό έκλαιγε για την μπάλα, η οποία δεν ήταν σε μικρή απόσταση.

σε απόσταση αναπνοής

adjective (figurative (attainable)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Solar powered cities are within reach.

σε λογικά πλαίσια

adverb (justifiably, sensibly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
On this diet you can eat as much as you want, within reason.

σε λογικά πλαίσια

adjective (justifiable, sensible)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I can sympathize if your story's within reason.

στο οπτικό πεδίο

adverb (closely enough to be seen)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Some say that an end to the recession could be within sight in a few months.

νομίμως, σύννομα, νόμιμα

adverb (legally, lawfully)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Most people are quite happy to live within the law.

νόμιμος, σύννομος

adjective (legal, lawful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
All the bank's financial maneuvers were technically within the law.

σε αυτό το πλαίσιο

adverb (in this sense)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

-

adjective (attainable) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Keep trying – the first prize is easily within your grasp.
Συνέχισε την προσπάθεια. Μπορείς εύκολα να κερδίσεις το πρώτο βραβείο.

-

adverb (close enough to reach) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Your glasses are right there on the table, well within your grasp.
Τα γυαλιά σου είναι εκεί στο τραπεζάκι, μπορείς να τα φτάσεις.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του within reach of στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.