Τι σημαίνει το advisory στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης advisory στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του advisory στο Αγγλικά.

Η λέξη advisory στο Αγγλικά σημαίνει συμβουλευτικός, συμβουλευτικός, προειδοποίηση, γνωμοδότηση, συμβουλευτικό συμβούλιο, συμβουλευτικό σώμα, συμβουλευτικό συμβούλιο, προειδοποίηση, προειδοποίηση, συμβουλευτική υπηρεσία, οδηγία για μολυσμένο νερό, προειδοποίση προς τους γονείς, προειδοποίση για τους γονείς, ταξιδιωτική οδηγία, ταξιδιωτική συμβουλή, ταξιδιωτική οδηγία, ταξιδιωτική συμβουλή, συμβουλευτική υπηρεσία διαχείρισης περιουσίας. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης advisory

συμβουλευτικός

adjective (that gives recommendations)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The advisory committee can recommend an appropriate action.
Η συμβουλευτική επιτροπή δύναται να προτείνει κατάλληλες δράσεις.

συμβουλευτικός

adjective (that contains recommendations)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The advisory letter outlines which courses to take.
Η συμβουλευτική επιστολή περιγράφει ποια μαθήματα να πάρεις.

προειδοποίηση

noun (US (warning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There was a severe storm advisory on the news this morning.
Υπήρχε μια προειδοποίηση για ισχυρές καταιγίδες στις ειδήσεις σήμερα το πρωί.

γνωμοδότηση

noun (report of conditions)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
According to the investor's advisory, the company should wait to sell its shares.

συμβουλευτικό συμβούλιο

noun (committee that advises [sb])

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The advisory board strongly discouraged us from going ahead with it.

συμβουλευτικό σώμα

noun (council, committee)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

συμβουλευτικό συμβούλιο

noun (committee)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The advisory council on pedestrians and bicycles had lots of good ideas which the legislature ignored.

προειδοποίηση

noun (for faulty product)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

προειδοποίηση

noun (for dangerous goods)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

συμβουλευτική υπηρεσία

noun (counseling clinic)

οδηγία για μολυσμένο νερό

noun (water contamination warning) (δεν είναι πόσιμο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προειδοποίση προς τους γονείς, προειδοποίση για τους γονείς

noun (US (warning of offensive lyrics)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ταξιδιωτική οδηγία, ταξιδιωτική συμβουλή

noun (warning of transport problems)

ταξιδιωτική οδηγία, ταξιδιωτική συμβουλή

noun (warning of unsafe conditions in travel destinations)

συμβουλευτική υπηρεσία διαχείρισης περιουσίας

noun (financial advice service)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του advisory στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.