Τι σημαίνει το ayudar στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης ayudar στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του ayudar στο ισπανικά.

Η λέξη ayudar στο ισπανικά σημαίνει βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, μπορώ να βοηθήσω, βοηθώ, βοηθώ, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθώ, βοηθώ πολύ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω κπ με κτ, βοηθώ κπ με κτ, βοηθάω κπ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ, βοηθώ με κτ, που βοηθάει κάπως, που βοηθάει λίγο, που δεν με υποστηρίζει, που δεν με στηρίζει, υπέρ, Μπορώ να σας βοηθήσω;, προστρέχω σε βοήθεια, ξεγεννάω, ξεγεννώ, βοηθώ, στηρίζω, συσπειρώνομαι, βοηθάω, βοηθώ, βοηθώ κπ να σηκωθεί, βοηθώ, υπέρ, βοηθώ, στηρίζω, βοηθάω, βοηθώ, ξεγεννάω, βοηθώ κπ να ανέβει, υπομένω, στη διάθεση σου, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω κπ να ξεκινήσει, βοηθάω, βοηθώ, βοηθάω κτ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ, βοηθάω κπ στο ξεκίνημά του σε κτ, βγάζω, συνεισφέρω σε κτ, συμβάλλω σε κτ, βοηθώ, καθοδηγώ, με τρόπο που δεν βοηθά, Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;, ελευθερώνω, απελευθερώνω, ξεγεννώ, δημιουργώ, απαλλάσσω κπ από κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης ayudar

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Ayúdenle! ¡Está sufriendo un ataque cardíaco!
Βοήθησέ τον! Παθαίνει καρδιακή προσβολή!

βοηθάω, βοηθώ

verbo transitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Pedimos la colaboración de todos los que puedan ayudar.
Ζητάμε να επικουρήσουν όλοι όσοι μπορούν.

βοηθάω, βοηθώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Realmente me ayudó cuando estaba hundido.

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un poco de sal le vendría bien a su cocina.
Λιγάκι αλάτι θα βοηθούσε την μαγειρική του. Θα μπορούσες να με βοηθήσεις με το να σηκώσεις την άλλη άκρη του τραπεζιού.

μπορώ να βοηθήσω

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βοηθώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dijo que me iba a ayudar a mudar los muebles, pero al final ni apareció.
Είπε πως θα βοηθούσε στη μετακίνηση των επίπλων, αλλά τελικά δεν εμφανίστηκε ποτέ.

βοηθώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βοηθώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Me gustaría ayudarte, pero estoy corto de plata en este momento.
Θα ήθελα να σε βοηθήσω, αλλά αυτή τη στιγμή έχω ξεμείνει και εγώ από χρήματα.

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
John le pidió ayuda a Mary y ella estuvo feliz de ayudar.
Ο Τζον ζήτησε από τη Μαίρη βοήθεια και εκείνη με χαρά τον εξυπηρέτησε.

βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βοηθώ πολύ

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Este jarabe podría aliviar tu dolor de garganta.
Αυτό το σιρόπι ίσως ανακουφίσει τον πονεμένο σου λαιμό.

βοηθάω, βοηθώ

(κτ, σε κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La fibra facilita la digestión.
Οι φυτικές ίνες βοηθάνε στη χώνεψη.

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Podría hacer las tareas del hogar mucho más rápido si me ayudaras.
Θα μπορούσα να κάνω τις δουλειές του σπιτιού πολύ πιο γρήγορα εάν με βοηθούσες.

βοηθάω κπ με κτ, βοηθώ κπ με κτ

¿Puedes ayudarme con los deberes?
Μπορείς να με βοηθήσεις με τα μαθήματά μου;

βοηθάω κπ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Paul me ayudó a arrancar el coche. Ayudé a una señora mayor a cruzar la calle.
Ο Παύλος με βοήθησε να βάλω μπρος το αυτοκίνητό μου. Βοήθησα μια ηλικιωμένη κυρία να περάσει τον δρόμο.

βοηθώ με κτ

Buscamos voluntarios que quieran ayudar con el entrenamiento del equipo.

που βοηθάει κάπως, που βοηθάει λίγο

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που δεν με υποστηρίζει, που δεν με στηρίζει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Imogen estaba cansada de su pareja que no ayuda en las tareas de la casa.

υπέρ

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Estoy recaudando dinero en beneficio de mi asociación de caridad favorita.

Μπορώ να σας βοηθήσω;

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προστρέχω σε βοήθεια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Οι τραυματιοφορείς θα προστρέξουν σε βοήθεια οποιουδήποτε τραυματισμένου. Ο Ερυθρός Σταυρός προσέτρεξε στη βοήθεια χιλιάδων τραυματισμένων και αστέγων μετά τον σεισμό.

ξεγεννάω, ξεγεννώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No alcanzaron a llegar al hospital, el taxista la ayudó a dar a luz.

βοηθώ, στηρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

συσπειρώνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los vecinos se reunieron para apoyar a Janet mientras su esposo estaba enfermo.

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Eva ayuda a niños de primaria con sus deberes todos los martes por la tarde.
Η Εύα βοηθά παιδιά του δημοτικού με το διάβασμά τους κάθε Τρίτη απόγευμα.

βοηθώ κπ να σηκωθεί

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Estaba tan débil que la enfermera me tuvo que ayudar a levantarme de la cama.

βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

υπέρ

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

βοηθώ, στηρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
John le pidió ayuda a Mary y ella estuvo feliz de ayudarlo.
Ο Τζον ζήτησε βοήθεια από τη Μαίρη και εκείνη με χαρά τον εξυπηρέτησε.

ξεγεννάω

locución verbal (vaca) (για βοοειδή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El granjero usa este granero para hacer parir a las vacas.
Ο αγρότης χρησιμοποιεί αυτόν τον αχυρώνα για να ξεγεννάει τις αγελάδες.

βοηθώ κπ να ανέβει

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los escalones de la torre eran empinados así que tuvimos que ayudar a subir a los niños, pero valía la pena la vista desde arriba.

υπομένω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estuvo siempre a mi lado y me ayudó a sobrellevar tan mal momento.

στη διάθεση σου

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βοηθάω, βοηθώ

(να γίνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alguien que pasaba por ahí ayudó a darle atención médica a la mujer.

βοηθάω, βοηθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Es importante ayudar a los amigos cuando lo necesitan.
Είναι σημαντικό να βοηθάμε τους φίλους μας όταν το έχουν ανάγκη.

βοηθάω κπ να ξεκινήσει

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mark no estaba seguro de cómo escribir su ensayo, pero fue más fácil después de que el profesor le ayudó a empezar (or: comenzar).

βοηθάω, βοηθώ

(con verbo) (κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rosa ayudó a su hermano a empezar su nuevo negocio.
Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του.

βοηθάω κτ να κάνει κτ, βοηθώ κπ να κάνει κτ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Las primas de Naomi le ayudaron a preparar la boda.

βοηθάω κπ στο ξεκίνημά του σε κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Trabajar en el restaurante de su padre ayudó a Carla a empezar su carrera como cocinera.
Το γεγονός ότι εργάζονταν στο εστιατόριο του πατέρα της βοήθησε την Κάρλα στο ξεκίνημα της καριέρας της ως σεφ.

βγάζω

(από τη φυλακή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sus amigos lo ayudaron a salir de la cárcel.

συνεισφέρω σε κτ, συμβάλλω σε κτ

Muchas gracias a todos los que contribuyeron a la limpieza de la playa.
Πολλές ευχαριστίες σε όλους όσους συνεισέφεραν στον καθαρισμό της παραλίας από τα σκουπίδια.

βοηθώ

(general) (διευκολύνω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El niño explorador ayudó al anciano a cruzar la calle.
Ο πρόσκοπος βοήθησε τον ηλικιωμένο άντρα να περάσει το δρόμο.

καθοδηγώ

locución verbal (κάποιον (να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El padre ayudó a la madre a respirar mientras daba a luz al bebé.
Ο πατέρας καθοδήγησε τη μητέρα να αναπνέει κατά τον τοκετό.

με τρόπο που δεν βοηθά

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

locución interjectiva (servicios: atención al cliente)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ελευθερώνω, απελευθερώνω

(prisión)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los amigos del delincuente lo han liberado de la prisión.
Οι φίλοι του εγκληματία τον βοήθησαν να δραπετεύσει από τη φυλακή.

ξεγεννώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δημιουργώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απαλλάσσω κπ από κτ

Justo entonces apareció Juan y me ayudó con las bolsas pesadas.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του ayudar στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.