Τι σημαίνει το bus στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης bus στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του bus στο Γαλλικά.

Η λέξη bus στο Γαλλικά σημαίνει πίνω, πίνω, πίνω, απορροφώ, ρουφώ αχόρταγα, ξοδεύω κτ στο πιοτό, πίνω, πίνω όλο, πόση, πίνω, στο πιοτό, ποτό, πιοτό, πίνω, τρώω, απέχω από, λεωφορείο, δίαυλος, ταξίδι με λεωφορείο, μετακίνηση με λεωφορείο, πηγαίνω με κτ, πάω με κτ, πίνω, ποικιλία, αδειάζω, ηλικιακό όριο για την κατανάλωση οινοπνεύματος, αλκοολούχο ποτό που δρα ως αντίδοτο για το χανγκόβερ, πίνω σαν νεροφίδα, πίνω κάτι παραπάνω, είμαι μεθυσμένος, είμαι πιωμένος, αρχίζω να πίνω, μπεκρουλιάζω, κρέμομαι από τα χείλη κπ, πέφτω με ένταση, ρουφώ κτ με θόρυβο, ρουφάω, ρουφώ, πίνω με μεγάλες γουλιές, κατεβάζω, μεθάω, μεθώ, ακούω/παρακολουθώ προσεκτικά, πίνω γρήγορα, πατωτή, πατητή, φαγητό και ποτό, πάω για ένα ποτό, είμαι μεθυσμένος, είμαι πιωμένος, τρώω με θόρυβο, ρουφάω, ρουφώ, σιγοπίνω, καταπίνω, κατεβάζω, πνίγω τον πόνο μου στο ποτό, προσφέρω επίμονα, κατεβάζω, το απολαμβάνω, κερνάω, κερνώ, κάνω πικνίκ στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, σιγοπίνω, ποτίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης bus

πίνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Bois un peu d'eau si tu as soif.
Πιες λίγο νερό αν διψάς.

πίνω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il faut manger et boire si on veut rester en vie et en bonne santé.
Πρέπει να τρως και να πίνεις αν θες να παραμείνεις υγιής.

πίνω

verbe intransitif (de l'alcool) (αλκοόλ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il nous faut du jus d'orange pour ceux qui ne boivent pas.
Χρειαζόμαστε χυμό πορτοκάλι για αυτούς που δεν πίνουν.

απορροφώ

verbe transitif (absorber)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
L'éponge a bu toute l'eau.

ρουφώ αχόρταγα

(figuré : des paroles) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La conférence était fascinante et le public buvait les paroles de l'intervenant.

ξοδεύω κτ στο πιοτό

verbe transitif (dépenser en boissons)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
L'arrière-arrière-grand-père de Tania a bu toute la fortune familiale.

πίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

πίνω όλο

verbe transitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Bois ton jus, il est temps de partir.
Πιες τον χυμό σου. Είναι ώρα να φύγουμε.

πόση

verbe intransitif (κατανάλωση υγρών)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Boire et manger sont nécessaires pour survivre.

πίνω

verbe intransitif (de l'alcool)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

στο πιοτό

verbe intransitif (ανεπίσημο: το ρίχνω)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Martin s'est remis à boire.

ποτό, πιοτό

(αλκοολισμός)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Son alcoolisme a fini par mettre fin à leur mariage.

πίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

τρώω

(nourriture) (φαγητό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
J'ai pris une boisson et un biscuit.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Πήραμε γερό πρωινό σήμερα για να μας κρατήσει όλη μέρα.

απέχω από

verbe transitif

Je ne mange plus de bonbons, j'essaye de perdre du poids.

λεωφορείο

(urbain) (όχημα, μεταφορικό μέσο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Il y a un bus pour Londres à trois heures.
Υπάρχει ένα λεωφορείο που φεύγει για το Λονδίνο στις τρεις ακριβώς.

δίαυλος

nom masculin (Informatique : connecteur)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Cet ordinateur est doté d'un bus entièrement nouveau pour un transfert plus rapide des données.
Αυτός ο υπολογιστής έχει έναν πλήρως επανασχεδιασμένο δίαυλο για γρηγορότερη μεταφορά δεδομένων.

ταξίδι με λεωφορείο, μετακίνηση με λεωφορείο

nom masculin (moyen de transport)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πηγαίνω με κτ, πάω με κτ

Steve est allé à Oxford en train.
Ο Στηβ ταξίδεψε με τρένο στην Οξφόρδη.

πίνω

(στην υγειά κάποιου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Buvons à la santé des mariés !
Ας πιούμε στην υγειά του γαμπρού και της νύφης!

ποικιλία

(έχω)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αδειάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jeremy vida son verre.

ηλικιακό όριο για την κατανάλωση οινοπνεύματος

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αλκοολούχο ποτό που δρα ως αντίδοτο για το χανγκόβερ

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πίνω σαν νεροφίδα

locution verbale (populaire) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Il n'est peut-être pas alcoolique mais il boit comme un trou.
Μπορεί να μην είναι αλκοολικός όμως πίνει σαν νεροφίδα.

πίνω κάτι παραπάνω

(familier) (αλκοόλ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le barman ne lui a pas rendu ses clés de voiture parce qu'elle avait bu un coup de trop.

είμαι μεθυσμένος, είμαι πιωμένος

(familier)

Oh la la ! Audrey a encore bu un coup de trop !

αρχίζω να πίνω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μπεκρουλιάζω

(πίνω υπερβολικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κρέμομαι από τα χείλη κπ

locution verbale (figuré) (για τον ομιλητή, όχι τα λεγόμενα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Elle l'idolâtre tellement qu'elle boit ses paroles.
Η ομιλία ήταν τόσο ενδιαφέρουσα που το ακροατήριο κρεμόταν απ' τα χείλη του ομιλητή. Τον θεοποιεί και κρέμεται απ' τα χείλη του.

πέφτω με ένταση

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ρουφώ κτ με θόρυβο

(νερό ή υγρή τροφή)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Les convives buvaient leurs soupes bruyamment.

ρουφάω, ρουφώ

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'homme affamé but le bouillon à petites gorgées.

πίνω με μεγάλες γουλιές

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κατεβάζω

(καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μεθάω, μεθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu devrais le soûler (or: saouler) avant de lui poser cette question.

ακούω/παρακολουθώ προσεκτικά

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ça, c'était intéressant ! J'ai bu ses paroles.

πίνω γρήγορα

Je sais que ce médicament n'est pas bon, mais bois-le et tu auras un bonbon.

πατωτή, πατητή

locution verbale (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
L'une des règles de la piscine est qu'il est interdit de faire boire la tasse aux autres.

φαγητό και ποτό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πάω για ένα ποτό

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είμαι μεθυσμένος, είμαι πιωμένος

(familier)

τρώω με θόρυβο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Je déteste la façon dont Jill aspire bruyamment lorsqu'elle mange.
Η Τζιλ τρώει με θόρυβο. Δεν το ανέχομαι καθόλου.

ρουφάω, ρουφώ

locution verbale

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Les convives buvaient poliment à petites gorgées tout en écoutant l'histoire de leur hôte.

σιγοπίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jasper buvait son chocolat chaud à petites gorgées.
Ο Τζάσπερ σιγόπινε το κακάο του.

καταπίνω

(familier) (λαίμαργα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le joueur de baseball descendit (or: siffla) une canette de bière après le grand match.

κατεβάζω

(ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πνίγω τον πόνο μου στο ποτό

προσφέρω επίμονα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Μου πρόσφεραν επίμονα κρασί πριν να μου αναφέρουν τα νέα.

κατεβάζω

(boire rapidement) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Toujours en compétition, les jumeaux ont fait un concours pour voir qui pourrait boire d'un trait le soda le plus rapidement.

το απολαμβάνω

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tout le monde l'a complimenté sur son travail et lui buvait du petit lait.
Όλοι τον παίνευαν που έκανε καλά τη δουλειά κι αυτός το απολάμβανε (or: το χαιρόταν).

κερνάω, κερνώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cette femme généreuse nous a tous payé à boire hier soir.
Η γενναιόδωρη κυρία μας κέρασε όλους ποτά χτες το βράδυ.

κάνω πικνίκ στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου

(États-Unis)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σιγοπίνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nate a bu sa boisson à petites gorgées.

ποτίζω

(animaux)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il faut nourrir et donner à boire aux chevaux.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του bus στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.