Τι σημαίνει το cocina στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cocina στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cocina στο ισπανικά.

Η λέξη cocina στο ισπανικά σημαίνει κουζίνα, κουζίνα, φούρνος, κουζίνα, κουζίνα, κουζίνα, μαγείρεμα, φούρνος, μαγειρείο, κουζίνα, μαγειρική, εξοπλισμός κουζίνας, συσκευές κουζίνας, μεγάλη κουζίνα με πολλές θέσεις μαγειρέματος και φούρνους, μάτια, μαγειρικές ικανότητες, κουζίνα, μαγειρική, μαγειρεύω, καταστρώνω, μαγειρεύω, φτιάχνω, δημιουργώ, ψήνω, ετοιμάζω, μαγειρεύω, μαγειρεύω, φτιάχνω, εξοπλισμός κουζίνας, κουζίνα, γαστρονομία, αρχιμάγειρας, σεφ, ηλεκτρική κουζίνα, σκεύη μαγειρικής, μαγειρικά σκεύη, κουζινούλα, μαγειρικά σκεύη, μαγειρείο, κουζίνα υγραερίου, σκεύη φαγητού, κουζίνα, κουζίνα με γκάζι, κουζίνα με αέριο, κουζίνα με γκάζι, κουζίνα με αέριο, υψηλή κουζίνα, μάγειροι, προσωπικό κουζίνας εστιατορίου, τραπέζι κουζίνας, νουβέλ κουιζίν, χαρτί κουζίνας, μαγειρική των νότιων ΗΠΑ, κοφτερό μαχαίρι με δόντια, μούλτι, σχολή μαγειρικής, κουζίνα με τραπέζι φαγητού, υψηλή μαγειρική, γκουρμέ φαγητό, γαλλική κουζίνα, νησίδα, χαρτί κουζίνας, ξυλόφουρνος, ξυλόσομπα, εκπομπή μαγειρικής, αγγαρεία στην κουζίνα, διαγωνισμός μαγειρικής, ηλεκτρική κουζίνα, μαγειρικά σκεύη, ψαλίδι κουζίνας, ψαλίδι μαγειρικής, εμαγιέ σκεύη, γκαστρώνω, πινέλο, μεξικάνικο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cocina

κουζίνα

nombre femenino (δωμάτιο για μαγειρική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La casa tenía una gran cocina para elaborar la comida.
Το σπίτι είχε μια τεράστια κουζίνα για να μαγειρεύει κανείς.

κουζίνα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El chef es experto en cocina francesa.
Ο σεφ είναι εξπέρ στη γαλλική κουζίνα.

φούρνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Henry puso la pava en la cocina para calentar el agua.
O Χένρι έβαλε τον βραστήρα στο μάτι για να ζεστάνει το νερό.

κουζίνα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Su empresa vende y monta cocinas.
Η εταιρεία της πουλά και εγκαθιστά κουζίνες.

κουζίνα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La cocina del nuevo restaurante es exquisita.
Το φαγητό στο νέο εστιατόριο είναι πολύ καλό.

κουζίνα

(μαγειρικός πολιτισμός)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Estas especias evocan la cocina india.
Αυτά τα μπαχαρικά θυμίζουν Ινδική κουζίνα.

μαγείρεμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Disfruta mucho de la cocina.
Πραγματικά του αρέσει το μαγείρεμα.

φούρνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tengo que arreglar mi cocina: necesita una nueva resistencia.
Πρέπει να επισκευάσω τον φούρνο μου. Χρειάζεται νέα εστία.

μαγειρείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
No se permite que entre nadie en la cocina excepto el cocinero.

κουζίνα

(συσκευή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El horno es eléctrico, pero la cocina tiene cuatro quemadores de gas.

μαγειρική

nombre femenino (actividad)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La madre de Ellen le está enseñando habilidades de cocina y de quehaceres domésticos.

εξοπλισμός κουζίνας, συσκευές κουζίνας

nombre femenino

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi cocina de acero inoxidable es el corazón de mi cocina.

μεγάλη κουζίνα με πολλές θέσεις μαγειρέματος και φούρνους

nombre femenino

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μάτια

(μεταφορικά: της κουζίνας)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

μαγειρικές ικανότητες

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
La cocina de Simón se limita a saber hervir un huevo.

κουζίνα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Esa escuela ofrece cursos de cocina francesa.

μαγειρική

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Extraña mucho la sazón de su mamá.

μαγειρεύω

verbo transitivo (ετοιμάζω φαγητώ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cocina el pescado por quince minutos.
Μου αρέσει να μαγειρεύω Κινέζικο.

καταστρώνω, μαγειρεύω

verbo transitivo (coloquial, figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cocinemos un plan.
Ας μαγειρέψουμε ένα σχέδιο.

φτιάχνω

(για ρόφημα ή ποτό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δημιουργώ

(figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ψήνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La cerámica se cuece en un horno.
Τα πήλινα αντικείμενα ψήνονται σε καμίνια.

ετοιμάζω

(μαγειρεύω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Preparó una deliciosa comida para nosotros.
Μας ετοίμασε ένα υπέροχο γεύμα.

μαγειρεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Su marido va a hacer la comida esta noche.
Ο σύζυγός της θα μαγειρέψει σήμερα.

μαγειρεύω, φτιάχνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Voy a hacer (or: cocinar) un asado este fin de semana.

εξοπλισμός κουζίνας

(εξοπλισμός)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tiene excelentes utensilios de cocina; incluso tiene un juego de cuchillos franceses.
Έχει εξαιρετικό εξοπλισμό κουζίνας, ακόμα και ένα σετ γαλλικών κουζινικών μαχαιριών.

κουζίνα

(προσωπικό εστιατορίου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
"¡Personal de cocina!" gritó el chef.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η κουζίνα αυτού του εστιατορίου φημίζεται για την εκλεκτή μαγειρική τεχνική της.

γαστρονομία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Gretchen estudió gastronomía durante su tiempo en París.

αρχιμάγειρας

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σεφ

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Los chefs se enfrascaron en una discusión sobre la manera adecuada de preparar una omelette.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο Μπραντ είναι σεφ σε ένα ακριβό ιταλικό εστιατόριο.

ηλεκτρική κουζίνα

(AR, ES)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σκεύη μαγειρικής, μαγειρικά σκεύη

κουζινούλα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μαγειρικά σκεύη

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μαγειρείο

(υπαίθριο ή προσωρινό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κουζίνα υγραερίου

nombre femenino

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Las cocinas de gas son más eficientes que las cocinas eléctricas.

σκεύη φαγητού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Como a mi hermana le gusta ir de campamento, le regalaré un kit de cocina ideal para el campo.

κουζίνα

(CO) (σε χώρο εργασίας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El desayuno lo sirves en el comedor de la cocina, pero el almuerzo, en el principal.

κουζίνα με γκάζι, κουζίνα με αέριο

locución nominal femenina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Prefiere usar una cocina de gas que una eléctrica.
Προτιμούσε να χρησιμοποιεί κουζίνα με γκάζι παρά ηλεκτρική κουζίνα. Έχουμε μια φορητή κουζίνα με γκάζι για το κάμπινγκ.

κουζίνα με γκάζι, κουζίνα με αέριο

locución nominal femenina (AR, CL)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
En casa tengo una cocina a gas y una eléctrica.

υψηλή κουζίνα

locución nominal femenina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su intento de vender alta cocina a precios altísimos no funcionó con la comunidad local.

μάγειροι, προσωπικό κουζίνας εστιατορίου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El personal de cocina debe ser escrupuloso con la higiene porque se encarga de la comida.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Το προσωπικό μιας κουζίνας εστιατορίου πρέπει να είναι σχολαστικό με την υγιεινή, αφού όλα τα τρόφιμα περνάνε από τα δικά τους χέρια.

τραπέζι κουζίνας

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Toda la familia disfruta de las conversaciones nocturnas en la mesa de la cocina.

νουβέλ κουιζίν

nombre femenino (ES, culinario) (μαγειρική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me gusta la nueva cocina porque es sana y queda bonita en el plato.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Δεν είμαι οπαδός της νουβέλ κουίζίν.

χαρτί κουζίνας

(coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Limpié la mesa con papel de cocina.

μαγειρική των νότιων ΗΠΑ

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κοφτερό μαχαίρι με δόντια

locución nominal masculina

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μούλτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Con el procesador de alimentos, mezcle la harina y la manteca.
Χρησιμοποιώντας ένα μούλτι, ανακατέψτε το αλεύρι και το βούτυρο. Τα μούλτι είναι τέλεια για να φτιάξεις παιδική τροφή.

σχολή μαγειρικής

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Muchos chefs se preparan en escuelas de cocina.

κουζίνα με τραπέζι φαγητού

nombre femenino

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Muy pocas veces usamos el comedor principal dado a que comemos en la cocina comedor.

υψηλή μαγειρική

γκουρμέ φαγητό

El hotel sirve comida gourmet.

γαλλική κουζίνα

locución nominal femenina

La cocina francesa se asocia con los platos más refinados.

νησίδα

locución nominal femenina (μτφ: στην κουζίνα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χαρτί κουζίνας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ξυλόφουρνος

locución nominal femenina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ξυλόσομπα

(με δυνατότητα μαγειρέματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκπομπή μαγειρικής

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αγγαρεία στην κουζίνα

(militar) (στρατός)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαγωνισμός μαγειρικής

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ηλεκτρική κουζίνα

μαγειρικά σκεύη

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Yo lavo los utensilios de cocina si tú los secas y los guardas.

ψαλίδι κουζίνας, ψαλίδι μαγειρικής

nombre femenino plural

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εμαγιέ σκεύη

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γκαστρώνω

(AmL, coloquial) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un montón de adolescentes a las que les llenan el horno escogen dar sus bebés en adopción.

πινέλο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μεξικάνικο

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
John y sus amigos fueron a un restaurante de cocina mexicana tras el partido de fútbol.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cocina στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του cocina

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.