Τι σημαίνει το group sex στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης group sex στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του group sex στο Αγγλικά.

Η λέξη group sex στο Αγγλικά σημαίνει συλλογή, ομάδα, συγκρότημα, ταξινομώ, ομαδοποιώ, ομαδοποιώ, ομάδα, όμιλος, σχηματίζω ομάδα, συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι, ηλικιακή ομάδα, φράξια, φατρία, σέχτα, κλίκα, χορωδία, ανθρώπινο δείγμα σε έρευνα, ομάδα συζήτησης, ελίτ, εθνοτική ομάδα, ομάδα έρευνας αγοράς, ομάδα τροφίμων, ομάδα των 8, δυναμική ομάδας, στέγη υποστηριζόμενης διαβίωσης, ομαδική φωτογραφία, πολυιατρείο, τιμή για ομάδες, τιμή για γκρουπ, ομαδική φωτογραφία, ομαδική θεραπεία, ταξινομώ, κατατάσσω στην ίδια κατηγορία, ομαδική εργασία, οι δημοφιλείς, οργανισμός/ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος, νησιωτικό σύμπλεγμα, γλωσσικός κλάδος, μειονοτική ομάδα, ομάδα συνομηλίκων, συναντήσεις για παιχνίδι υπό επίβλεψη ενήλικα, ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης, βασική ομάδα, ομάδα ανταρτών, χορωδία, ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος, ομάδα αποστατών/διασπαστών, φράξια, μόνιμη ομάδα, ομάδα μελέτης, ομάδα υποστήριξης, ομάδα στόχος, ομάδα-στόχος, ομάδα με συγκεκριμένο καθήκον, ομάδα δοκιμής, κεντρικός φορέας, ομάδα εργασίας, έτος, κέντρο νέων. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης group sex

συλλογή

noun (collection of things) (αντικειμένων)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This group of coins is from France.
Αυτή η συλλογή κερμάτων είναι από τη Γαλλία.

ομάδα

noun (a number of associated people)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have one group of friends who go out to bars all the time.
Έχω μια παρέα φίλων που βγαίνουν συνέχεια σε μπαρ.

συγκρότημα

noun (musical band)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Rolling Stones is my favourite group.
Οι Rolling Stones είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα.

ταξινομώ, ομαδοποιώ

transitive verb (classify) (βάζω σε ομάδες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I am going to group my socks by colour.
Θα ταξινομήσω (or: ομαδοποιήσω) τις κάλτσες μου σύμφωνα με το χρώμα τους.

ομαδοποιώ

transitive verb (form into groups)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The teacher grouped the students by ability.
Ο δάσκαλος χώρισε τους μαθητές σε ομάδες σύμφωνα με την ικανότητά τους.

ομάδα

noun (a number of people in proximity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The president is always surrounded by a group of people.

όμιλος

noun (business: companies)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
This hotel is part of the Guinness Group.

σχηματίζω ομάδα

intransitive verb (form a group)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The soldiers were ordered to group by their commanding officer.

συγκεντρώνομαι, μαζεύομαι

phrasal verb, intransitive (gather)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Animals often group together to provide protection against predators.

ηλικιακή ομάδα

noun (people in age range)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Baby Boomers are the age group that was born after World War II.

φράξια, φατρία, σέχτα, κλίκα

noun (faction, sub-group)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Trotskyites were a breakaway group from mainstream Socialism. Early Christians were a breakaway group from the Judaic traditions.

χορωδία

noun (choir)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The town choral group has given over 1000 performances of choral music.

ανθρώπινο δείγμα σε έρευνα

noun (in a scientific study)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ομάδα συζήτησης

noun (group assembled to discuss [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The discussion group met to find solutions to the problem.

ελίτ

noun (people: select few)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Ingledew has just joined an elite group of runners – those who have completed 100 marathons.

εθνοτική ομάδα

noun (specific culture, race)

ομάδα έρευνας αγοράς

noun (asked for opinions)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα τροφίμων

noun (nutritional category)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The ideal meal includes all of the food groups.

ομάδα των 8

noun (abbreviation (Group of Eight)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δυναμική ομάδας

plural noun (way in which a group interacts)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A good teacher will be aware of the group dynamics in her class.

στέγη υποστηριζόμενης διαβίωσης

noun (for people with special needs)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Lucy is autistic, but she lives in a group home and has a job she loves.

ομαδική φωτογραφία

noun (photograph of several people)

Once we reached the top of the mountain, our party stopped and posed for a group photo.

πολυιατρείο

noun (medical practice)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My chiropractor is part of a group practice with 2 Massage Therapists, a Physical Therapist and an Accupunturist.

τιμή για ομάδες, τιμή για γκρουπ

noun (discount for several people)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Parties of 12 or more qualify for a reduced group rate.

ομαδική φωτογραφία

noun (photograph of a group of people)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I want everybody together for a group shot at the end of the wedding.

ομαδική θεραπεία

noun (abbreviation (group psychotherapy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
People with addiction problems often benefit from group therapy.

ταξινομώ, κατατάσσω στην ίδια κατηγορία

(figurative (class in same category) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rabbits and hares are often grouped together in wildlife books.

ομαδική εργασία

(sociology)

οι δημοφιλείς

noun (informal (popular people)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οργανισμός/ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος

noun (organization that puts pressure on government)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

νησιωτικό σύμπλεγμα

noun (archipelago: group of islands)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Canaries and the Balearics are two island groups belonging to Spain.

γλωσσικός κλάδος

noun (related dialects)

μειονοτική ομάδα

noun (social subgroup)

ομάδα συνομηλίκων

noun (contemporaries or colleagues)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I was the only one of my peer group to go to university.

συναντήσεις για παιχνίδι υπό επίβλεψη ενήλικα

noun (toddlers' activity session)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
In the playgroup, the children sang songs all morning. The mother took her child to playgroup every weekday.

ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης

noun (organization that campaigns or lobbies)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Conservative pressure groups are intent on hindering the president's agenda.

βασική ομάδα

noun (close group of people)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ομάδα ανταρτών

noun (breakaway group of dissenters)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

χορωδία

noun (choir)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ομάδα ειδικού ενδιαφέροντος

noun (team that lobbies for a cause)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All these special interest groups are making our job much harder.

ομάδα αποστατών/διασπαστών, φράξια

noun (faction, breakaway group) (πολιτική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The extreme left wing of the party broke away into a splinter group.

μόνιμη ομάδα

noun (committee)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα μελέτης

noun (people who study together)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα υποστήριξης

noun (gathering of people for mutual help)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα στόχος, ομάδα-στόχος

noun (intended audience or customers)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ομάδα με συγκεκριμένο καθήκον

noun (group organized for specific purpose)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ομάδα δοκιμής

noun (number of people [sth] is tested on)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κεντρικός φορέας

noun (association of institutions)

ομάδα εργασίας

noun (team formed for a cause or project)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

έτος

noun (students in same school year)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κέντρο νέων

noun (social organization for young people)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My youth group does fun activities, like movies and baseball.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του group sex στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.