Τι σημαίνει το Irish στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης Irish στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του Irish στο Αγγλικά.

Η λέξη Irish στο Αγγλικά σημαίνει ιρλανδικός, Ιρλανδός, Ιρλανδή, οι Ιρλανδοί, ιρλανδικά, Ιρλανδός, Ιρλανδή, ιρλανδικός, γαελικά, κάνω κπ Τούρκο, γίνομαι Τούρκος, ΙΡΑ, καφές με μπέϊλις, ιρλανδικός σέτερ, βρώμη, ιρλανδικός χορός με κλακέτες, ιρλανδικό τεριέ, ιρλανιδκό σπάνιελ, ιρλανδικός λυκοθήρας, της Βόρειας Ιρλανδίας, οι Βορειοϊρλανδοί. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης Irish

ιρλανδικός

adjective (of, from Ireland)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Paul bought some Irish whiskey at the liquor store.
Ο Πωλ αγόρασε λίγο ιρλανδικό ουΐσκι στην κάβα.

Ιρλανδός, Ιρλανδή

adjective (person: from Ireland)

John is Irish, but his wife is English.
Ο Τζον είναι Ιρλανδός, αλλά η σύζυγός του Αγγλίδα.

οι Ιρλανδοί

plural noun (people of Ireland) (λαός)

Like the Scots and the Welsh, the Irish still speak a Celtic language.
Όπως οι Σκωτζέζοι και οι Ουαλοί, έτσι και οι Ιρλανδοί μιλούν ακόμη μια κέλτικη γλώσσα.

ιρλανδικά

noun (uncountable (language of Ireland)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
Kenneth was required to learn Irish in school.
Ο Κένεθ έπρεπε να μάθει ιρλανδικά στο σχολείο.

Ιρλανδός, Ιρλανδή

adjective (of Irish ancestry)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Fred is half Irish, and is more patriotic than any actual Irish citizen.
Ο Φρεντ είναι μισός Ιρλανδός και είναι πιο πατριώτης από τους πραγματικούς Ιρλανδούς πολίτες.

ιρλανδικός

adjective (of, in the Irish language)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The Irish word for Ireland is Éire.
Η ιρλανδική λέξη για την Ιρλανδία είναι Éire.

γαελικά

noun (uncountable (Gaelic language of Ireland) (γλώσσα)

Maggie is from Ireland and can speak Gaelic.

κάνω κπ Τούρκο

verbal expression (US, informal, potentially offensive (make angry) (μεταφορικά)

γίνομαι Τούρκος

verbal expression (US, informal, potentially offensive (get angry) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ΙΡΑ

noun (initialism (Irish Republican Army) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The IRA is considered a terrorist organization by most governments.

καφές με μπέϊλις

noun (coffee with Irish whiskey)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
An Irish coffee topped with cream is a great way of ending a meal.

ιρλανδικός σέτερ

noun (dog) (ράτσα σκύλου)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Irish setters are red with long hair.

βρώμη

plural noun (cereal: oatmeal)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ιρλανδικός χορός με κλακέτες

noun (traditional dance from Ireland)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ιρλανδικό τεριέ

noun (dog breed) (ράτσα σκύλου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ιρλανιδκό σπάνιελ

noun (breed of dog) (ράτσα σκύλου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ιρλανδικός λυκοθήρας

noun (breed of dog) (ράτσα σκύλου)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The Irish Wolfhound is one of the largest breeds of dog in the world.

της Βόρειας Ιρλανδίας

adjective (of or from Northern Ireland)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

οι Βορειοϊρλανδοί

noun (people of Northern Ireland)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του Irish στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.