Τι σημαίνει το prejudice στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης prejudice στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του prejudice στο Αγγλικά.

Η λέξη prejudice στο Αγγλικά σημαίνει προκατάληψη, προκατάληψη, προκατάληψη, ζημία, προκαταλαμβάνω, προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω, προκαταλαμβάνω, προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω, επηρεάζω αρνητικά την έκβαση, δίκαια, αμερόληπτα, αντικειμενικά, μετ' επιφυλάξεως παντός δικαιώματος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης prejudice

προκατάληψη

noun (bias, preconceptions)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Barry has such a prejudice against women drivers that he won't even get in the car if a woman is driving.
Ο Μπάρρυ έχει τέτοια προκατάληψη κατά των γυναικών οδηγών που δε μπαίνει ούτε σε αυτοκίνητο αν μια γυναίκα οδηγεί.

προκατάληψη

noun (bias: hostility) (κατά κπ, εναντίον κπ, απέναντι σε κπ, ενάντια σε κπ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We should distinguish between prejudice against people and active discrimination.
Πρέπει να διαχωρίσουμε την προκατάληψη κατά των ανθρώπων και τις ενεργές διακρίσεις.

προκατάληψη

noun (discrimination)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
People from ethnic minorities often face prejudice in their daily lives.
Οι άνθρωποι από εθνικές μειονότητες συχνά αντιμετωπίζουν προκατάληψη στην καθημερινή τους ζωή.

ζημία

noun (harm, detriment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This law operates to the prejudice of the poor.
Αυτός ο νόμος υπάρχει προς ζημία των φτωχών.

προκαταλαμβάνω

transitive verb (bias)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The judge warned the prosecutor not to make any more remarks that might prejudice the jury.
Ο δικαστής προειδοποίησε τον δημόσιο κατήγορο να μην κάνει άλλες παρατηρήσεις που ίσως επηρέαζαν τους ενόρκους.

προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω

(make hostile to) (κατά κπ, εναντίον κπ, απέναντι σε κπ, ενάντια σε κπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The influence of the extreme right wing has prejudiced the party's more moderate elements against ethnic minorities.
Η επιρροή της άκρας δεξιάς πτέρυγας έχει προκαταλάβει τα πιο μετριοπαθή στοιχεία του κόμματος κατά των εθνικών μειονοτήτων.

προκαταλαμβάνω

transitive verb (bias)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Irresponsible media coverage can prejudice the outcome of a trial.
Η ανεύθυνη δημοσιότητα από τα ΜΜΕ μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της δίκης.

προκαταλαμβάνω, προδιαθέτω

(bias against)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The negative reports have prejudiced public opinion against the actor.
Οι αρνητικές αναφορές έχουν επηρεάσει τη δημόσια γνώμη κατά του ηθοποιού.

επηρεάζω αρνητικά την έκβαση

(case: damage, harm) (της υπόθεσης για κπ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Media coverage is thought to have prejudiced the case against him.
Η δημοσιογραφική κάλυψη φαίνεται να έχει επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση εναντίον του.

δίκαια, αμερόληπτα, αντικειμενικά

adverb (fairly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Governmental programs must be administered without prejudice.

μετ' επιφυλάξεως παντός δικαιώματος

adverb (law: without loss of rights or privileges.)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
This case is dismissed without prejudice.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του prejudice στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.