Τι σημαίνει το quitarse στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης quitarse στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του quitarse στο ισπανικά.

Η λέξη quitarse στο ισπανικά σημαίνει βγάζω, βγάζω, αφαιρώ, απομακρύνω, αφαιρώ, απομακρύνω, βγάζω, τραβάω, τραβώ, βγάζω, γδύνω, γυμνώνω, σκουπίζω, παίρνω, σκουπίζω κτ με το χέρι, αφαιρώ, βγάζω, αφαιρώ, βγάζω, αφαιρώ, βγάζω, διώχνω, σταματώ, καθαρίζω, σκουπίζω, καθαρίζω, απομακρύνω, αφαιρώ, αφαίρεση, απομάκρυνση, απεγκαθιστώ, αποδεσμεύω, απελευθερώνω, αφαιρώ, απομακρύνω, ανοίγω, ξεκλειδώνω, διαγράφω, αφαιρώ, ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω, σβήνω, βγάζω, βγάζω, κόβω, βγάζω, αφαιρώ, αποσύρω, λύνω, απομακρύνω κτ τρίβοντάς το, αφαιρώ, απομακρύνω, απαλλάσσω κπ/κτ από κτ/κπ, ελευθερώνω κπ/κτ από κτ/κπ, αφαιρώ, ξεφορτώνομαι, αίρω, αφαιρώ, απομακρύνω, βγάζω, ξεαμπαρώνω, γδύνω, υποτιμώ, αποεπιλέγω, μιλώ υποτιμητικά για κτ, ξαφρίζω, αποσυσκευάζω, αμβλύνω, καθαρίζω κτ από το χιόνι, μαζεύω τα πιάτα, τρίβω, ξύνω, αφαιρώ την πέτσα, βγάζω, ξεχιονίζω, σπρώχνω, κτυπώ, κρύβω, κλέβω κτ από κπ, οδηγώ κπ στην απόγνωση, στρέφω το βλέμμα μου αλλού, καθαιρώ, βγάζω από τους μεντεσέδες, ανοίγω, αποτρέπω, ξεμανταλώνω, ξεαμπαρώνω, ξεσυρτώνω, καθιστώ λιγότερο ανησυχητικό, βγάζω το φίμωτρο από κπ/κτ, ξεσκονίζω, ξεσκονίζω, αφαιρώ, βγάζω ταπετσαρία, βιάζομαι να αποκτήσω κάτι, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, αφαιρώ, τραβάω, βγάζω, αφαίρεση εξοπλισμού παρακολούθησης, στενή παρακολούθηση, κλέβω την αθωότητα, αποσπώ κτ από κπ, αφαιρώ το ανώτατο όριο, αποχαρακτηρίζω, αφήνω πίσω, εκχιονίζω, υπονομεύω, ξεφλουδίζω, αψηφώ, απαξιώ, τρίβω, ξύνω, διαγράφω, σβήνω, ξεβοτάνισμα, ξεχορτάριασμα, ανακόπτω, κλέβω, τρώω, τρώω κτ από κπ, ξετσιμπουριάζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης quitarse

βγάζω

verbo pronominal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella se quitó la ropa antes de entrar en la ducha.
Έβγαλε τα ρούχα της πριν μπει στο ντους.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αφαιρώ, απομακρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Después de que los limpiadores sacaran la mancha de vino, el sofá parecía como nuevo.
Μόλις το συνεργείο καθαρισμού απομάκρυνε (or: αφαίρεσε) τον λεκέ του κρασιού, ο καναπές έδειχνε και πάλι σαν καινούριος.

αφαιρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Necesitamos eliminar este paso del proceso para hacerlo más sencillo.
Πρέπει να βγάλουμε αυτό το κομμάτι της διαδικασίας προκειμένου να την κάνουμε ευκολότερη.

απομακρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Esta es una revista para toda la familia, por lo que nuestros editores eliminan todo lenguaje ofensivo.
Αυτό είναι ένα περιοδικό για ολόκληρη την οικογένεια και γι' αυτό οι επιμελητές μας αφαιρούν τις προσβλητικές λέξεις.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Phoebe se sacó el maquillaje con aceites naturales.
Η Φοίβη αφαιρεί κάθε νύχτα το μακιγιάζ της με φυσικά έλαια.

τραβάω, τραβώ

(απότομα, γρήγορα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sally apartó la mano cuando Josh intento cogérsela.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
"¡Quítate la camisa para ver la herida!" dijo el doctor.

γδύνω, γυμνώνω

(ropa) (από ρούχα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Le puedo quitar la chamarra?

σκουπίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Con una esponja mojada, pudieron quitar el graffiti.
Κατάφεραν να βγάλουν το γκράφιτι με ένα βρεγμένο σφουγγάρι.

παίρνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si le quitas las pistolas a la gente, no te podrán matar.
Αν πάρεις (or: κατασχέσεις) τα όπλα των ανθρώπων, δε θα μπορούν να σε σκοτώσουν.

σκουπίζω κτ με το χέρι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
James se quitó las lágrimas y empezó a sonreír.
Ο Τζέιμς σκούπισε με το χέρι τα δάκρυά του και χαμογέλασε.

αφαιρώ, βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tendremos que usar el chorro de arena para quitar toda la pintura.

αφαιρώ, βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αφαιρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La stripper se fue quitando la ropa durante el espectáculo.

διώχνω, σταματώ

(μτφ: νεκρώνω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tómate la aspirina, te va a quitar el dolor.
Πάρε μια ασπιρίνη. Θα διώξει (or: σταματήσει) τον πόνο.

καθαρίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quité el barro de mis botas.
Καθάρισα τη λάσπη από τα παπούτσια μου.

σκουπίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quitó las migas de su camisa.
Σκούπισε τα ψίχουλα από το μπροστινό μέρος του πουκαμίσου του.

καθαρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Las quitanieves tienen que quitar la nieve de las carreteras.
Τα εκχιονιστικά πρέπει να καθαρίσουν το χιόνι από τους δρόμους.

απομακρύνω, αφαιρώ

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El jabón te quitará la tinta de los dedos.

αφαίρεση, απομάκρυνση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La extracción del asbesto era cara.
Η αφαίρεση (or: απομάκρυνση) του αμίαντου ήταν ακριβή.

απεγκαθιστώ

(Η/Υ: πρόγραμμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποδεσμεύω, απελευθερώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Suelta el freno de mano antes de acelerar.

αφαιρώ, απομακρύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tony estaba teniendo problemas para sacar un pedazo de maíz de entre sus dientes.

ανοίγω, ξεκλειδώνω

(pestillo, cerrojo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

διαγράφω, αφαιρώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Siguiendo un consejo legal, el editor eliminó algunos pasajes del texto.

ξεμπερδεύω, ξεμπλέκω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Karen no pudo sacar el chicle de su cabello.

σβήνω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Un mal profesor apagó el interés de Hillary en la escritura creativa.
Ένας κακός καθηγητής έσβησε το ενδιαφέρον της Χίλαρι για τη δημιουργική γραφή.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Doug tuvo que sacar las espinas de su pantalón.
Ο Νταγκ έπρεπε να βγάλει αγκάθια από το παντελόνι του.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si quieres vivir por más tiempo, debes dejar el estrés en tu vida.
Αν θέλεις να ζήσεις περισσότερο, βγάλε το άγχος από τη ζωή σου.

κόβω

(κτ, κτ από κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El granjero sacó las flores muertas.
Ο κηπουρός έκοψε τα ξερά λουλούδια.

βγάζω, αφαιρώ

(frotando) (κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Limpió las manchas de barro de sus zapatos.
Αφαίρεσε την κηλίδα λάσπης από το παπούτσι του.

αποσύρω

(cosas viejas)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Laura decidió que era hora de desechar sus zapatos, ya que se estaban desarmando.

λύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Suelta el freno de mano y pon la primera.
Λύσε το χειρόφρενο και τώρα βάλε πρώτη ταχύτητα.

απομακρύνω κτ τρίβοντάς το

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αφαιρώ, απομακρύνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lo sacudió enérgicamente para quitarle la capa de polvo que lo cubría.

απαλλάσσω κπ/κτ από κτ/κπ, ελευθερώνω κπ/κτ από κτ/κπ

Todavía no pudimos sacarles los piojos a los chicos.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ο Χένρι ήταν άνθρωπος της τάξης και όταν μετακόμισε, ξεφορτώθηκε την ακαταστασία από το σπίτι της Αμάντα.

αφαιρώ

verbo transitivo (που πλεονάζει, που είναι περιττό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεφορτώνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El museo local sacó la entrada, ahora es gratis ingresar.

αίρω

verbo transitivo (ley, norma, castigo, veto)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
California levantó su prohibición sobre el matrimonio homosexual en 2008.
Η Καλιφόρνια ήρε την απαγόρευση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων το 2008. Η κυβέρνηση ήρε τον αποκλεισμό των ξένων προϊόντων έπειτα από τρεις μέρες.

αφαιρώ

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella quitó la sartén del horno.
Έβγαλε το ταψί από τον φούρνο.

απομακρύνω

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La empresa de limpieza quitó toda la basura de la casa.
Η εταιρεία καθαρισμού απομάκρυνε τα σκουπίδια από το σπίτι.

βγάζω

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puedes usar vino blanco para sacar las manchas de vino tinto de una alfombra.
Μπορείς να χρησιμοποιήσεις λευκό κρασί για να βγάλεις τους λεκέδες κόκκινου κρασιού από τα χαλιά.

ξεαμπαρώνω

(βγάζω αμπάρα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

γδύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ya estaba dormida cuando la desvestí y la metí en la cama.
Είχε ήδη αποκοιμηθεί όταν την έγδυσα και την έβαλα στο κρεβάτι της.

υποτιμώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Minimizó la escasez de presupuesto como si no importara.
Υποτίμησε το έλλειμμα του προϋπολογισμού σα να μην είχε σημασία.

αποεπιλέγω

(informática)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Desmarca esta celda y luego calcula el total de todas las otras celdas.

μιλώ υποτιμητικά για κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El político pasa mucho tiempo rebajando las políticas de su rival, pero casi no habla de las propias.
Ο πολιτικός αφιερώνει πολύ χρόνο στο να μιλάει υποτιμητικά για την πολιτική του αντιπάλου του, αλλά όχι αρκετό στο να μιλάει για τη δική του.

ξαφρίζω

(leche)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La lechera desnató la leche.
Η εργαζόμενη του γαλακτοκομείου ξάφρισε το γάλα.

αποσυσκευάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Desembalamos los componentes y nos dimos cuenta de que faltaban algunos.

αμβλύνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Usar tijeras en papel con frecuencia desafila los bordes.
Οι άκρες του ψαλιδιού θα αμβλυνθούν εάν το χρησιμοποιείς συχνά για να κόψεις χαρτί.

καθαρίζω κτ από το χιόνι

(con quitanieves)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Trajeron las quitanieves de la ciudad para limpiar las calles del pueblo.

μαζεύω τα πιάτα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Serviré la cena y tú recoges cuando acaben de comer.

τρίβω, ξύνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Antes de volver a pintar necesitamos decapar y lijar.

αφαιρώ την πέτσα

(κρέας)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El cazador despellejó el conejo que había cazado ese día.

βγάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pelé la manzana, le quité el corazón y la corté en cuartos.

ξεχιονίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Debo quitar la nieve de la entrada del auto para poder manejar al trabajo.

σπρώχνω, κτυπώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió por el pasillo de la escuela quitando gente de en medio.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Tengo que quitar de la vista estos bizcochos antes de que lleguen los nietos!

κλέβω κτ από κπ

οδηγώ κπ στην απόγνωση

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στρέφω το βλέμμα μου αλλού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καθαιρώ

(για αξιώματα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω από τους μεντεσέδες

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανοίγω

(κάτι που έχει σφραγίδα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποτρέπω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεμανταλώνω, ξεαμπαρώνω, ξεσυρτώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καθιστώ λιγότερο ανησυχητικό

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le quitó dramatismo a la situación, dijo que era seria pero no desesperada, e hizo algunas propuestas sensatas para minimizar las consecuencias.

βγάζω το φίμωτρο από κπ/κτ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξεσκονίζω

locución verbal (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεσκονίζω

locución verbal (κυριολεκτικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tan solo quítale el polvo al coche; no hay tiempo para lavarlo.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Απλά ξεσκόνισε το αμάξι, δεν έχουμε χρόνο να το πλύνουμε.

αφαιρώ, βγάζω ταπετσαρία

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Es hora de quitar el empapelado de esas paredes, y volver a pintarlas.

βιάζομαι να αποκτήσω κάτι

locución verbal (coloquial, figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El mismo día que se pusieron a la venta, la gente vino y prácticamente me sacó las entradas de las manos.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

αφαιρώ, τραβάω, βγάζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Se sacó la máscara de látex para revelar su verdadera identidad.

αφαίρεση εξοπλισμού παρακολούθησης

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El espía empezó inmediatamente a hacer una limpieza de micrófonos en la habitación del hotel.

στενή παρακολούθηση

locución verbal

Sé todo sobre tu comportamiento en tu anterior escuela, así que no te quitaré el ojo de encima.

κλέβω την αθωότητα

locución verbal (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Algún día se va a enterar pero no por mí, no seré yo quien le quite la venda de los ojos, no soportaría causarle tal desilusión.

αποσπώ κτ από κπ

Los estafadores quitaron al millonario toda su fortuna.

αφαιρώ το ανώτατο όριο

locución verbal (de un monto)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αποχαρακτηρίζω

locución verbal (literal) (δάσος, δασική έκταση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αφήνω πίσω

locución verbal (μεταφορικά)

El autor quita las capas de disimulo para revelar la verdad sobre la sociedad del siglo XIX.

εκχιονίζω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El granjero usó su tractor para quitar la nieve.

υπονομεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Si le digo a los chicos que no pueden hacer algo, no me quites autoridad dejando que lo hagan!
Όταν λέω στα παιδιά ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι, μην με υπονομεύεις σε παρακαλώ αφήνοντάς τα να το κάνουν!

ξεφλουδίζω

(maíz)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αψηφώ, απαξιώ

(informal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ήμουν πραγματικά αναστατωμένος. Έριξα πολλή δουλειά σε εκείνο το έργο και το αφεντικό μου μόλις την απαξίωσε.

τρίβω, ξύνω

(έπιπλα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A veces raspo la pintura de los muebles viejos y los vuelvo a pintar.
Κατά καιρούς τρίβω (or: ξύνω) παλιά έπιπλα και τα βάφω.

διαγράφω, σβήνω

(κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Quita esa frase de tu artículo.

ξεβοτάνισμα, ξεχορτάριασμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ανακόπτω

locución verbal (τη δύναμη, τη φόρα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El bloqueo del boxeador quitó impacto a la fuerza del golpe de su oponente.

κλέβω, τρώω

(la pareja a alguien) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sally le intentó robar el novio a Amber la noche pasada.

τρώω κτ από κπ

(μεταφορικά, καθομιλουμένη)

El muchacho me estafó para quitarme veinte billetes verdes.

ξετσιμπουριάζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του quitarse στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.