Τι σημαίνει το riesgo στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης riesgo στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του riesgo στο ισπανικά.

Η λέξη riesgo στο ισπανικά σημαίνει κίνδυνος, κίνδυνος, κίνδυνος, διακινδύνευση, το να ρισκάρω, το να πάρω ένα ρίσκο, κίνδυνος, περιπέτεια, κίνδυνος, ρίσκο, διακύβευμα, κίνδυνος, κίνδυνος, επικινδυνότητα, ρίσκο, ρίσκο, επισφάλεια, κασκαντέρ, επισφαλής, διακινδυνεύω, διακυβεύω, κασκαντέρ, απειλητικός, επικίνδυνος, σε κίνδυνο, που αξίζει το ρίσκο, υψηλού ρίσκου, επισφαλής, που αποφεύγει τον κίνδυνο, διακυβεύεται, σε κίνδυνο, σε κίνδυνο, με δική σας ευθύνη, αντιμέτωπος με τον κίνδυνο, επικίνδυνη σκηνή, βιολογικός κίνδυνος, ακροσφαλής διπλωματία, ριψοκίνδυνη διπλωματία, παρακινδυνευμένη διπλωματία, αντισταθμιστής κινδύνου, αναχαιτιστής κινδύνου, υπολογισμένος κίνδυνος, κρυφός κίνδυνος, επικίνδυνη ζώνη, κίνδυνος φωτιάς, απαγορευμένη ζώνη, μη προσβάσιμη περιοχή, επαγγελματικός κίνδυνος, κεφάλαιο, πιθανός κίνδυνος για την ασφάλεια, κίνδυνος απώλειας πελάτη, κίνδυνος υπερβολικής κερδοσκοπίας, αυξημένος κίνδυνος, δείκτης κινδύνου, χαμηλού κινδύνου, υπό διαχείριση κίνδυνος, φυσικός κίνδυνος, κίνδυνος για την ασφάλεια, ενυπόθηκο δάνειο υψηλού κινδύνου, στεγαστικό δάνειο μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας, κίνδυνος πυρκαγιάς, κίνδυνος για την υγεία, αμοιβή κινδύνου, υψηλό ρίσκο, θέτω σε κίνδυνο, βάζω σε κίνδυνο, διακινδυνεύω, ρισκάρω, παίρνω το ρίσκο, παίρνω το ρίσκο, διακινδυνεύω, ρισκάρω, σε κίνδυνο, διακινδυνεύω, σε κίνδυνο, επικίνδυνα, στον τορβά, ριψοκίνδυνο επαγγελματικό εγχείρημα, μεικτή ασφάλεια, ρισκάρω, τολμώ, ρισκάρω να κάνω κτ, παίρνω το ρίσκο να κάνω κτ, διατρέχω τον κίνδυνο, ρισκάρω, ηθικός κίνδυνος, μεταδοτικότητα, αξίζει το ρίσκο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης riesgo

κίνδυνος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Andar en bicicleta sin casco es un riesgo que prefiero evitar.
Το να ποδηλατώ χωρίς κράνος είναι ένα ρίσκο που προτιμώ να αποφεύγω.

κίνδυνος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
¿Cuál es el riesgo de tener cáncer de mama en mujeres de entre 50 y 60 años?
Τι πιθανότητα έχουν οι γυναίκες μεταξύ 50 και 60 ετών να προσβληθούν από καρκίνο του μαστού;

κίνδυνος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Esta póliza de seguro nos cubre contra el riesgo de incendio y robo.
Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο μας καλύπτει έναντι του κινδύνου πυρκαγιάς και κλοπής.

διακινδύνευση

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La abogada evaluó el riesgo con su cliente.

το να ρισκάρω, το να πάρω ένα ρίσκο

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
A Sandra nunca le ha gustado el riesgo.

κίνδυνος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El incumplimiento de esas normativas puede poner a la empresa en una situación de riesgo.
Η μη συμμόρφωση με αυτούς τους κανονισμούς μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την εταιρεία.

περιπέτεια

(peligroso o incierto)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El guía de kayakistas vive por la emoción del riesgo.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Πολλοί άνθρωποι που ανεβαίνουν το Όρος Έβερεστ ζουν για τον ενθουσιασμό της περιπέτειας.

κίνδυνος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Evitaba los riesgos agarrándose del barandal.

ρίσκο

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El negocio representa un riesgo para los inversores.

διακύβευμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Es mucho lo que está en riesgo en estas elecciones ya que el ganador redactará la constitución.

κίνδυνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El hielo es un peligro importante en las rutas en esta época del año.
Ο πάγος είναι μεγάλος κίνδυνος στους δρόμους αυτή την εποχή.

κίνδυνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
La ruta de trekking era difícil y llena de peligros.
Η διαδρομή της πεζοπορίας ήταν δύσκολη και γεμάτη κίνδυνους.

επικινδυνότητα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ρίσκο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Siempre hay algo de peligro cuando empiezas un nuevo negocio.
Πάντα υπάρχει λίγο ρίσκο όταν προσπαθείς να στήσεις μια επιχείρηση.

ρίσκο

(figurado)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Abrir un negocio en una economía débil es una apuesta.

επισφάλεια

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κασκαντέρ

(mujer) (γυναίκα)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

επισφαλής

(inversión)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

διακινδυνεύω, διακυβεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Poner en el aire un avión que no se ha inspeccionado debidamente compromete la seguridad de todos los que se encuentran a bordo.
Η πτήση ενός αεροπλάνου που δεν έχει σωστά ελεγχθεί θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων των επιβαινόντων.

κασκαντέρ

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

απειλητικός, επικίνδυνος

(για τη ζωή)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los médicos le diagnosticaron un cáncer que constituye una amenaza para su vida.

σε κίνδυνο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El plan de privatización implica que 5000 puestos de trabajo están en peligro.

που αξίζει το ρίσκο

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los científicos cazadores de tornados dicen que por la información que obtienen de su actividad vale la pena correr el riesgo.
Ο επιστήμονες που κυνηγούν τυφώνες πιστεύουν ότι ο όγκος πληροφοριών που συγκεντρώνουν κάνει τη δουλειά τους να αξίζει το ρίσκο.

υψηλού ρίσκου

locución adjetiva

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Las carreras de motocicletas son un deporte de alto riesgo.

επισφαλής

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που αποφεύγει τον κίνδυνο

locución adjetiva (individuo) (για επενδυτές)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διακυβεύεται

locución adverbial

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Necesitas asegurarte de hacer tu trabajo correctamente pues tu reputación es la que está en riesgo.
Πρέπει να εξασφαλίσεις ότι θα κάνεις σωστά τη δουλειά γιατί παίζεται η επαγγελματική σου φήμη!

σε κίνδυνο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El velero estaba en peligro mientras la tormenta empeoraba.

σε κίνδυνο

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Las especies que están en riesgo de extinción deberían ser protegidas con mayor esmero.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η οδήγηση σε κατάσταση μέθης βάζει σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων.

με δική σας ευθύνη

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Si te metes en el río es a riesgo propio.

αντιμέτωπος με τον κίνδυνο

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los fumadores están en riesgo de contraer cáncer.
Όσοι καπνίζουν είναι αντιμέτωποι με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου.

επικίνδυνη σκηνή

(σε ταινία)

La actriz grabó algunas de las escenas peligrosas de la película.
Η ηθοποιός έκανε μόνη της μερικές από τις επικίνδυνες σκηνές σε αυτήν την ταινία.

βιολογικός κίνδυνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ακροσφαλής διπλωματία, ριψοκίνδυνη διπλωματία, παρακινδυνευμένη διπλωματία

αντισταθμιστής κινδύνου, αναχαιτιστής κινδύνου

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

υπολογισμένος κίνδυνος

Tomamos el riesgo calculado y condujimos a la casa de Bob, esperando que él estuviera allí.
Πήραμε συνειδητά το ρίσκο και περάσαμε από το σπίτι του Μπομπ μήπως και είναι εκεί.

κρυφός κίνδυνος

Bucear en pozos naturales conlleva el peligro oculto de chocar contra una roca.

επικίνδυνη ζώνη

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κίνδυνος φωτιάς

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

απαγορευμένη ζώνη, μη προσβάσιμη περιοχή

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

επαγγελματικός κίνδυνος

Las hemorroides son un riesgo laboral tanto para los vaqueros como para los escritores. Rocas cayendo del techo son un riesgo laboral de la minería bajo tierra.

κεφάλαιο

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los emprendedores cada vez encuentran más difícil conseguir aportaciones de capital de riesgo.

πιθανός κίνδυνος για την ασφάλεια

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κίνδυνος απώλειας πελάτη

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El riesgo de deserción de clientes es alto si uno no es creativo e innovador.

κίνδυνος υπερβολικής κερδοσκοπίας

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αυξημένος κίνδυνος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los fumadores tienen un riesgo mayor de contraer cáncer de pulmón.

δείκτης κινδύνου

locución nominal masculina

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

χαμηλού κινδύνου

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Ésta es una cirugía de bajo riesgo, las complicaciones son muy raras.

υπό διαχείριση κίνδυνος

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

φυσικός κίνδυνος

nombre masculino

Es necesario estudiar los riesgos naturales de esta región para evitar futuras tragedias.

κίνδυνος για την ασφάλεια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los cables pelados son definitivamente un riesgo de seguridad.

ενυπόθηκο δάνειο υψηλού κινδύνου, στεγαστικό δάνειο μειωμένης πιστοληπτικής ικανότητας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Los préstamos hipotecarios de alto riesgo son créditos que se han otorgado a personas poco solventes.

κίνδυνος πυρκαγιάς

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Las velas son un peligro de incendio.

κίνδυνος για την υγεία

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Los mosquitos son un riesgo para la salud porque transmiten enfermedades.

αμοιβή κινδύνου

locución nominal femenina

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υψηλό ρίσκο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los especuladores en el mercado de valores corren un alto riesgo.

θέτω σε κίνδυνο, βάζω σε κίνδυνο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No usar cinturón de seguridad significa poner en riesgo tu vida.

διακινδυνεύω, ρισκάρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Esta poniendo en peligro su vida manejando de esa manera.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Διακινδυνεύει την ίδια του τη ζωή οδηγώντας τόσο απερίσκεπτα.

παίρνω το ρίσκο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίρνω το ρίσκο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Voy a pensarlo, si me decido a correr el riesgo te aviso.

διακινδυνεύω, ρισκάρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σε κίνδυνο

(figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διακινδυνεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Si tratas de escalar el Monte Everest sin el equipo correcto pondrás en riesgo la vida.

σε κίνδυνο

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Las mujeres urbanas entre 30 y 45 años emergieron como una población de riesgo para enfermedades cardíacas.
Έχει προκύψει ότι οι γυναίκες των πόλεων ηλικίας 30-45 ετών συνιστούν μια πληθυσμιακή ομάδα που βρίσκεται σε κίνδυνο όσον αφορά τις καρδιακές παθήσεις.

επικίνδυνα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

στον τορβά

locución adverbial

Για σένα είναι εντάξει, αλλά το δικό μου κεφάλι θα μπει στον τορβά αν δεν το πετύχουμε.

ριψοκίνδυνο επαγγελματικό εγχείρημα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μεικτή ασφάλεια

(automóvil) (αυτοκίνητο)

Recomiendan hacerse un seguro a todo riesgo cuando el coche es nuevo.

ρισκάρω, τολμώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió el riesgo de ascenderle a pesar de su falta de experiencia.
Ρίσκαρε δίνοντάς του προαγωγή παρά την ελλειπή εμπειρία του.

ρισκάρω να κάνω κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Corres el riesgo de deshidratarte si no bebes suficiente líquido.

παίρνω το ρίσκο να κάνω κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διατρέχω τον κίνδυνο

(να πάθω κτ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si dejas tu ganado fuera a campo abierto de noche, estará expuesto a ser atrapado por los lobos.
Αν αφήσεις το κοπάδι σου έξω στο βοσκότοπο τη νύχτα, διατρέχει τον κίνδυνο να το αρπάξουν οι λύκοι.

ρισκάρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Hughes acusó al Gobierno de permitir a los banqueros jugar con el futuro de la gente.
Ο Χιου κατηγόρησε την κυβέρνηση πως άφησε τους τραπεζίτες να παίξουν με το μέλλον του κόσμου.

ηθικός κίνδυνος

locución nominal masculina

μεταδοτικότητα

locución nominal masculina (ασθένεια)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αξίζει το ρίσκο

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
Ξέρω ότι φαίνεται ακριβό, αλλά ξέρω ότι θα ανέβει η αξία του, οπότε νομίζω ότι αξίζει το ρίσκο.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του riesgo στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.