Τι σημαίνει το correr στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης correr στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του correr στο ισπανικά.

Η λέξη correr στο ισπανικά σημαίνει τρέχω, τρέξιμο, τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω, κυλάω, τρέχω, τρέξιμο, ορμώ, τρέχω, τρέχω, πάω βολίδα, πάω σφαίρα, τραβώ στην άκρη, τρέχω, τραβάω, τζόκινγκ, ρέω, κυκλοφορώ, μαθαίνομαι, κυκλοφορώ, τρέχω, παραβγαίνω, τζόκινγκ, τρέχω, τρέχω, τραβάω, τραβώ, κλείνω, τρέχω, μετακινώ, τραβάω, τραβώ, διώχνω, στέλνω, που κυκλοφορεί, μουτζουρώνω, -, Τρέχα!, τρέχω, εξαπλώνομαι, διαδίδομαι, διώχνω, περνάω, διατρέχω, ξεπερνώ στο τρέξιμο, ξεπλένω, διαδίδω, μπλοκάρω, εμποδίζω, αποφεύγω, συζητιέμαι, ανακοινώνω, γνωστοποιώ, που αξίζει το ρίσκο, τελικά, με το πλήρωμα του χρόνου, ποδηλασία, αθλητικά παπούτσια, ορμώ σαν βολίδα κάπου, τρέχω προς κτ, το τολμάω, έχω άλογα κούρσας, παίρνω το ρίσκο, παίρνω το ρίσκο, είμαι κληρονομικός, στέλνω μήνυμα, διαδίδω τα νέα, αποφεύγω να συζητώ κτ, έχω το πλεονέκτημα, ρισκάρω, σπριντάρω, τρέχω, δρασκελίζω, τρέχω αδέξια, τρέχω άχαρα, είμαι γυναικάς, εκτός ελέγχου, τρέχω, εκβάλλω, πλησιάζω βιαστικά, διώχνω, χουφτώνω, μπαλαμουτιάζω, ρισκάρω, τολμώ, ρισκάρω να κάνω κτ, παίρνω το ρίσκο να κάνω κτ, προχωράω γρήγορα, προχωράω βιστικά, περπατάω γρήγορα, περπατάω βιαστικά, τρέχω σε κπ/κτ, ξεφεύγω, εκδιώκω κπ από κτ, κρύβω, καλύπτω, πετάγομαι, απολύω, σπέρνω φήμη, διαδίδω φήμη, ρέω από κάπου, διατρέχω τον κίνδυνο, πετάγομαι σε κτ, διαδίδω, ανακοινώνω, αξίζει το ρίσκο, κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα, κινούμαι με ιλιγγιώδη ταχύτητα, τρέχω γυμνός, -, ακολουθώ, διώχνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης correr

τρέχω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Qué tan rápido puedes correr?
Πόσο γρήγορα μπορείς να τρέξεις;

τρέξιμο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Voy a ir a correr.
Πάω για τρέξιμο.

τρέχω

verbo intransitivo (deporte)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le gusta correr en competencias.

τρέχω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El alambre corre por entre los muros.

τρέχω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La cuerda corre por la polea.

τρέχω, κυλάω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La sangre le corrió por la espalda.

τρέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¡Huyan y pónganse a salvo!

τρέξιμο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El correr es mi deporte favorito.
Το τρέξιμο είναι από τα αγαπημένα μου αθλήματα.

ορμώ

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Corrió por todo el aeropuerto para alcanzar el vuelo.
Όρμησε μέσα στο αεροδρόμιο για να προλάβει το αεροπλάνο.

τρέχω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los niños corrían por el patio.
Τα παιδιά έτρεχαν πέρα δώθε στην παιδική χαρά.

τρέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Esta mañana te vi corriendo calle abajo intentando no perder el autobús.
Σε είδα να τρέχεις στον δρόμο σήμερα το πρωί για να μη χάσεις το λεωφορείο σου.

πάω βολίδα, πάω σφαίρα

verbo intransitivo (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Corre, mira a ese tipo.

τραβώ στην άκρη

(cortinas)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La anciana dama corrió las cortinas para mirar por la ventana.
Η ηλικιωμένη τράβηξε τις κουρτίνες στην άκρη, για να ατενίσει από το παράθυρο.

τρέχω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El perro bajó corriendo cuesta abajo.
Το σκυλί κατέβηκε το λόφο τρέχοντας.

τραβάω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando corrí las cortinas la luz del sol inundó la habitación.
Όταν τράβηξα τις κουρτίνες, το φως του ηλίου πλημμύρισε τον χώρο.

τζόκινγκ

verbo intransitivo

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Amanda decidió ir a correr esa mañana.
Η Αμάντα αποφάσισε να πάει για τζόκινγκ σήμερα το πρωί.

ρέω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cuando llueve, el agua corre y eventualmente llega a un río, lago o al mar.
Όταν βρέχει, το νερό τρέχει και τελικά καταλήγει σε ένα ποτάμι, μια λίμνη ή τη θάλασσα.

κυκλοφορώ, μαθαίνομαι

(rumor, voz)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cuando corrió la voz de que estaba haciendo galletas, todos los niños aparecieron de golpe.
Όταν μαθεύτηκε πως έψηνε κουλουράκια, όλα τα παιδιά εμφανίστηκαν στην πόρτα της.

κυκλοφορώ

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Corre el rumor de que estás engañando a Tim.
Κυκλοφορεί μια φήμη ότι απατάς τον Τιμ.

τρέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Mi sobrino corre go-karts.
Ο ανιψιός μου τρέχει με καρτ.

παραβγαίνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
A los hermanos les gustaba correr.
Στα αδέρφια άρεσε να παραβγαίνουν στο τρέξιμο.

τζόκινγκ

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
A Sarah no le gustaba ir al gimnasio así que optó por correr.
Στη Σάρα δεν άρεσε το γυμναστήριο, γι' αυτό ξεκίνησε τρέξιμο.

τρέχω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Leah corrió por la habitación.
Η Λία έτρεχε γύρω γύρω στο δωμάτιο.

τρέχω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El auto corrió a toda velocidad calle abajo.
Το αυτοκίνητο κατέβαινε τρέχοντας τον δρόμο.

τραβάω, τραβώ

(cerrar) (τις κουρτίνες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cada noche corren las cortinas.

κλείνω

(puerta corredera) (κλείσιμο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió suavemente la puerta hasta cerrarla.

τρέχω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Vas a llegar tarde al colegio. ¡Lárgate ya!

μετακινώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los de la mudanza movieron la mesa un metro hacia la izquierda.
Οι μεταφορείς μετακίνησαν το τραπέζι ένα μέτρο αριστερά.

τραβάω, τραβώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Doris descorrió las cortinas y miró por la ventana.
Η Ντόρις έκανε στην άκρη την κουρτίνα και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

διώχνω, στέλνω

(καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El jefe despidió a Edward porque siempre llegaba tarde.
Το αφεντικό απέλυσε τον Έντουαρντ επειδή αργούσε συνεχώς.

που κυκλοφορεί

(figurado)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los rumores circulaban por doquier.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Κυκλοφορούν φήμες ότι μπορεί να φύγεις από την εταιρεία.

μουτζουρώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El artista puso pintura en el lienzo y luego la difuminó.

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Cuando cayó la noche, cerró las cortinas.
Όταν νύχτωσε, έκλεισε τα παντζούρια.

Τρέχα!

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

τρέχω

(καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Puedes acelerar en las rectas pero tienes que aminorar la marcha cuando llegas a una curva.

εξαπλώνομαι, διαδίδομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La noticia se propagó por el pueblo.

διώχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los reproches de la esposa sacaron al marido de la casa.

περνάω

(από κάπου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La autopista corre a lo largo del valle.

διατρέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No queremos correr el riesgo de que nos demanden.

ξεπερνώ στο τρέξιμο

(competencia)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Un perro siempre aventajará a un gato.

ξεπλένω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tuvieron que enjuagar el drenaje para hacer que drenara apropiadamente.

διαδίδω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Se rumorea que tiene una moral suelta.

μπλοκάρω, εμποδίζω, αποφεύγω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Trató de bloquear la imagen de su asesinato.
Εκείνη προσπάθησε να αποφύγει την ανάμνηση της δολοφονίας του.

συζητιέμαι

(idea) (για ιδέα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ανακοινώνω, γνωστοποιώ

(medios)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mañana después del desastre, todos los periódicos publicaron la historia.

που αξίζει το ρίσκο

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los científicos cazadores de tornados dicen que por la información que obtienen de su actividad vale la pena correr el riesgo.
Ο επιστήμονες που κυνηγούν τυφώνες πιστεύουν ότι ο όγκος πληροφοριών που συγκεντρώνουν κάνει τη δουλειά τους να αξίζει το ρίσκο.

τελικά, με το πλήρωμα του χρόνου

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Sí, es un hombre extraño, pero creo que aprenderás a quererlo con el correr del tiempo.

ποδηλασία

locución verbal

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Me gusta andar en bicicleta durante el verano.

αθλητικά παπούτσια

Tengo que conseguir zapatos para correr.

ορμώ σαν βολίδα κάπου

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ο σκύλος μ' ένα σάλτο βρέθηκε στην πόρτα του κήπου, αλλά τον έπιασα, προτού βγει στον δρόμο.

τρέχω προς κτ

(κυριολεκτικά, μεταφορικά)

Seis monos saltaron la cerca eléctrica y corrieron hacia la libertad.

το τολμάω

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Finalmente me decidí a correr el riesgo: ¡me voy a tatuar!
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Επιτέλους αποφάσισα να το τολμήσω. Θα κάνω τατουάζ!

έχω άλογα κούρσας

verbo transitivo

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Mi familia ha corrido caballos desde el siglo XIX.

παίρνω το ρίσκο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παίρνω το ρίσκο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Voy a pensarlo, si me decido a correr el riesgo te aviso.

είμαι κληρονομικός

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Los ojos azules deben de ser un rasgo de la familia de Anita porque todas sus hermanas los tienen.

στέλνω μήνυμα

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διαδίδω τα νέα

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
¡Corran la voz, la casa García regala sus productos!

αποφεύγω να συζητώ κτ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έχω το πλεονέκτημα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ρισκάρω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Podría dejar a mis hijos solos en casa mientras voy a la tienda, pero no quiero correr el riesgo.

σπριντάρω

(τρέχω πολύ γρήγορα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Soy bueno con la resistencia pero no soy muy rápido cuando corro a toda velocidad.
Είμαι καλός στις μεγάλες αποστάσεις, αλλά δεν είμαι πολύ γρήγορος όταν σπριντάρω.

τρέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El conejo corrió deprisa al otro lado de la carretera.

δρασκελίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El caballo elegante andaba a grandes pasos por el campo.

τρέχω αδέξια, τρέχω άχαρα

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είμαι γυναικάς

εκτός ελέγχου

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
La multitud corrió enloquecidamente cuando escuchó los tiros.

τρέχω

locución verbal (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Vimos a los potentes coches alemanes correr a toda velocidad por la autopista.

εκβάλλω

(ποτάμι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La sangre fluye hacia los riñones a través de la arteria renal.

πλησιάζω βιαστικά

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió hasta mí y me apretó la mano.

διώχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El perro corrió al gato que se estaba comiendo su comida.
Ο σκύλος έδιωξε τη γάτα που έτρωγε το φαγητό του.

χουφτώνω, μπαλαμουτιάζω

locución verbal (CL, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Encontró a su novio en el bar corriéndole mano a otra muchacha.

ρισκάρω, τολμώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Corrió el riesgo de ascenderle a pesar de su falta de experiencia.
Ρίσκαρε δίνοντάς του προαγωγή παρά την ελλειπή εμπειρία του.

ρισκάρω να κάνω κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Corres el riesgo de deshidratarte si no bebes suficiente líquido.

παίρνω το ρίσκο να κάνω κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προχωράω γρήγορα, προχωράω βιστικά, περπατάω γρήγορα, περπατάω βιαστικά

Richard estaba observando a la gente que corría deprisa por la calle concurrida.

τρέχω σε κπ/κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los niños corrieron hasta el frente de la iglesia.
Τα αγόρια έτρεξαν στην μπροστινή πλευρά της εκκλησίας.

ξεφεύγω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los criminales lograron correr de la policía.

εκδιώκω κπ από κτ

(επίσημο)

La policía echó a los protestantes de la propiedad.
Η αστυνομία απομάκρυνε τους διαδηλωτές από την ιδιοκτησία.

κρύβω, καλύπτω

locución verbal (coloquial, figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Está intentando echar cortinas de humo sobre su implicación en el crimen. Es difícil echar cortinas de humo sobre una discusión como la que tuvimos anoche.
Προσπαθεί να κρύψει την ανάμειξή της στο έγκλημα. Είναι δύσκολο να καλύψεις μια λογομαχία σαν αυτή που είχαμε χτες.

πετάγομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El ladrón corrió a toda velocidad hacia el callejón cuando vio venir a la policía.
Ο κλέφτης έτρεξε γρήγορα μέσα σ' ένα σοκάκι όταν είδε την αστυνομία να έρχεται.

απολύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La compañía planea despedir a una docena de empleados el mes que viene.
Η εταιρεία σχεδιάζει να απολύσει καμιά ντουζίνα εργαζομένους τον επόμενο μήνα.

σπέρνω φήμη, διαδίδω φήμη

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Φημολογείται (Or: λέγεται) πως θα παραιτηθεί ο πρωθυπουργός της χώρας.

ρέω από κάπου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El agua de lluvia corre por el techo inclinado.

διατρέχω τον κίνδυνο

(να πάθω κτ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si dejas tu ganado fuera a campo abierto de noche, estará expuesto a ser atrapado por los lobos.
Αν αφήσεις το κοπάδι σου έξω στο βοσκότοπο τη νύχτα, διατρέχει τον κίνδυνο να το αρπάξουν οι λύκοι.

πετάγομαι σε κτ

(coloquial) (καθομιλουμένη, μτφ)

¿Puedes ir de una escapada a la tienda y traer el periódico?
Μπορείς να πεταχτείς στα μαγαζιά να πάρεις μια εφημερίδα;

διαδίδω, ανακοινώνω

locución verbal (νέα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αξίζει το ρίσκο

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
Ξέρω ότι φαίνεται ακριβό, αλλά ξέρω ότι θα ανέβει η αξία του, οπότε νομίζω ότι αξίζει το ρίσκο.

κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα, κινούμαι με ιλιγγιώδη ταχύτητα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El coche pasó a toda velocidad.

τρέχω γυμνός

(coloquial)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El hombre echó a correr en bolas en mitad del campo de fútbol.

-

locución verbal (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Jeremy hizo correr el patín calle abajo.
Ο Τζέρεμυ κατέβηκε το δρόμο σπρώχνοντας γρήγορα το καρότσι.

ακολουθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Esta calle corre en paralelo a las vías.

διώχνω

(eufemismo) (καθομ: απολύω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La dirección decidió prescindir de Paula, había cometido demasiados errores.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του correr στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.