Τι σημαίνει το cherry στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cherry στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cherry στο Αγγλικά.

Η λέξη cherry στο Αγγλικά σημαίνει κεράσι, παρθενιά, κερασί, κερασί, κεράσι, παρθένα, κερασιά, κερασιά, μαύρη κερασιά, μαύρο κεράσι, μαύρη κερασιά, άνθος κερασιάς, κροτίδα σε σχήμα κερασιού, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, περιβόλι με κερασιές, επιβατικός γερανός, εργάτης που μαζεύει κεράσια, βολεψάκιας, κερασόπιτα, κερασί, κερασής, κεικάκι ή ψωμάκι με κεράσι, ντοματίνι, κερασιά, ξύλο κερασιάς, διαλέγω προσεκτικά, επιλέγω προσεκτικά, φυσαλίς, φυσαλίδα, φυσαλίς, φυσαλίς, φυσαλίδα, φυσαλίς, βύσσινο, γλυκό κεράσι, γλυκό κεράσι, αγριοκερασιά, αγριοκέρασο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cherry

κεράσι

noun (fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cherries make a good topping for waffles.
Τα κεράσια είναι πάνε πολύ στις βάφλες.

παρθενιά

noun (US, vulgar, slang (hymen) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Lena has dated a lot of guys but she still has her cherry.
Η Λένα έχει βγει με πολλούς άνδρες αλλά έχει ακόμη την παρθενιά της.

κερασί

noun (bright red colour)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The trim on the front porch is painted cherry.
Η μπορντούρα στην μπροστινή αυλή είναι βαμμένη κερασί.

κερασί

adjective (bright red)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Dorothy wore cherry pumps.
Η Ντόροθυ φορούσε κερασί γόβες.

κεράσι

noun as adjective (containing cherries)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
Would you like another helping of cherry pie?
Θα ήθελες ένα ακόμη κομμάτι πίτας με κεράσι;

παρθένα

adjective (US, slang, vulgar (being virgin)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Everyone knows that Liz is cherry.

κερασιά

noun (wood)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This antique dresser is made of cherry.

κερασιά

noun (tree) (δέντρο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pear tree was struck by lightning, but the cherry wasn't affected.

μαύρη κερασιά

noun (North American tree) (δέντρο)

μαύρο κεράσι

noun (fruit of North American tree) (καρπός)

μαύρη κερασιά

noun (wood of North American tree) (ξύλο)

άνθος κερασιάς

noun (flower of cherry tree)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The cherry blossom is an important cultural symbol in Japan.

κροτίδα σε σχήμα κερασιού

noun (firecracker)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (edible mollusc)

περιβόλι με κερασιές

noun (field where cherry trees are grown)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I like to go to the cherry orchard when it is in blossom, to listen to the sound of the bees.

επιβατικός γερανός

noun (US (crane, lift)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The city uses a cherry picker to repair the street lights.

εργάτης που μαζεύει κεράσια

noun (person: harvests cherries)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
When I was a student, in the summers I worked as a cherry picker in the cherry orchards to make extra money.

βολεψάκιας

noun (US, slang, figurative (person: avoids challenges) (αργκό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κερασόπιτα

noun (sweet pastry containing cherries)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My mother prefers to use morello cherries in her cherry pies.

κερασί

noun (deep red colour) (χρώμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Her lips were of cherry red, her eyes of the palest blue.

κερασής

adjective (of a deep red colour)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The beautiful jewel was a deep cherry-red colour.

κεικάκι ή ψωμάκι με κεράσι

noun (small cake)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ντοματίνι

noun (small tomato)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cherry tomatoes halved and stuffed with tuna make a quick and easy appetizer.

κερασιά

noun (tree: bears cherries)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'm going to pick all of the fruit off the cherry tree this morning.

ξύλο κερασιάς

noun (wood of the cherry tree)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I used to have a cherry-wood guitar that not only looked beautiful but also had a lovely sound.

διαλέγω προσεκτικά, επιλέγω προσεκτικά

intransitive verb (figurative (make a personal selection)

He cherry-picked the data to support his point of view.

φυσαλίς

noun (plant: Physalis) (φυτό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

φυσαλίδα, φυσαλίς

noun (fruit of Physalis plant) (καρπός)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

φυσαλίς

noun (dwarf cherry tree)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

φυσαλίδα, φυσαλίς

noun (fruit of dwarf cherry) (καρπός)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βύσσινο

noun (fruit: morello cherry)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γλυκό κεράσι

noun (type of cherry tree) (δέντρο)

γλυκό κεράσι

noun (fruit of this tree) (καρπός)

αγριοκερασιά

noun (type of cherry tree)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αγριοκέρασο

noun (fruit of this tree)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cherry στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.