Τι σημαίνει το declaring στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης declaring στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του declaring στο Αγγλικά.

Η λέξη declaring στο Αγγλικά σημαίνει ανακοινώνω, αναγγέλλω, ανακοινώνω, αναγγέλλω, δηλώνω, δηλώνω, ανακηρύσσω, δηλώνω, αυτοανακηρύσσομαι, αυτοαποκαλούμαι, δηλώνω εναντίον, βάζω υποψηφιότητα, δηλώνω υποψηφιότητα, κηρύσσω, κηρύσσω, δηλώνω, υποδηλώνω, δηλώνω, ακυρώνω, κηρύσσω τον πόλεμο, κηρύσσω πόλεμο, κηρύσσω πόλεμο σε κπ/κτ, κηρύσσω τον πόλεμο σε κτ, κηρύσσω πόλεμο σε κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης declaring

ανακοινώνω, αναγγέλλω

transitive verb (state, announce) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The president declared his resignation.
Ο πρόεδρος ανακοίνωσε (or: ανάγγειλε) την παραίτησή του.

ανακοινώνω, αναγγέλλω

transitive verb (with clause: announce that) (ότι/πως)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Julie declared that she was taking the afternoon off.
Η Τζούλι ανακοίνωσε πως θα δεν θα δούλευε το απόγευμα.

δηλώνω

transitive verb (make known to customs)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
John declared three cases of champagne when he arrived at the port.
Όταν έφτασε στο λιμάνι, Ο Τζον δήλωσε τρία κιβώτια σαμπάνιες.

δηλώνω

transitive verb (make known to tax authorities) (π.χ. στην εφορία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lisa declared all her income for the year.
Η Λίζα δήλωσε ολόκληρο το ετήσιο εισόδημά της.

ανακηρύσσω

transitive verb (with noun: proclaim to be) (κάποιον κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The judge declared Ben the winner.
Ο κριτής ανακήρυξε τον Μπεν νικητή.

δηλώνω

transitive verb (law: proclaim guilty, innocent) (νομική)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The jury declared the defendant guilty.

αυτοανακηρύσσομαι

verbal expression (announce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I hereby declare myself to be a candidate in the forthcoming elections.
Με το παρόν αυτοανακηρύσσομαι υποψήφιος για τις προσεχείς εκλογές.

αυτοαποκαλούμαι

verbal expression (claim identity)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He declared himself to be the long-lost son of the deceased, returned to claim his inheritance.
Δήλωσε ότι είναι ο από καιρό χαμένος γιος του αποθανόντος, που επέστρεψε για να διεκδικήσει την κληρονομιά του.

δηλώνω εναντίον

verbal expression (state yourself to be for, against [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The minister declared himself to be against the introduction of the euro to Britain.

βάζω υποψηφιότητα, δηλώνω υποψηφιότητα

intransitive verb (US (run for office) (για κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Bill has declared for president for the forthcoming election.

κηρύσσω, κηρύσσω

transitive verb (officially proclaim)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The government has declared a state of emergency.

δηλώνω, υποδηλώνω

transitive verb (figurative (indicate, show)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The presence of company representatives at the meeting declares their willingness to negotiate.

δηλώνω

transitive verb and reflexive pronoun (state that you are for, against [sth])

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The politician declared herself in favour of curbs on immigration.

ακυρώνω

verbal expression (invalidate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Their business relationship ended when the judge declared their contract null and void.

κηρύσσω τον πόλεμο, κηρύσσω πόλεμο

(state intention to make war)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On August 1, 1914, Germany declared war.

κηρύσσω πόλεμο σε κπ/κτ

verbal expression (state intention to make war with)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
France declared war on Prussia on July 19, 1870. On July 28th 1914 Austria-Hungary declared war against Serbia.

κηρύσσω τον πόλεμο σε κτ, κηρύσσω πόλεμο σε κτ

verbal expression (figurative (take strong steps against) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
President Richard Nixon declared war on drugs in 1971.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του declaring στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του declaring

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.