Τι σημαίνει το deitar στο πορτογαλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης deitar στο πορτογαλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του deitar στο πορτογαλικά.

Η λέξη deitar στο πορτογαλικά σημαίνει ξαπλώνω, ξαπλώνω, πηγαίνω για ύπνο, πηγαίνω στο κρεβάτι, ξαπλώνω, ξαπλώνω, καταθέτω, παραδίδω, τοποθετώ, ξαπλώνω, πάω για ύπνο, πάω να κοιμηθώ, απλώνω, τεντώνω, ξαπλώνω, απλώνομαι, τεντώνομαι, ξαπλώνω, ξοδεύομαι, κοιμάμαι με κάποιον, πετάω, πετώ, πετάω, ξεφορτώνομαι, πετάω, πετώ, πετάω στα σκουπίδια, πετάω, πετώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης deitar

ξαπλώνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Estou muito cansado, por isso vou deitar. O homem precisou deitar na mesa para o médico examinar seu abdômen.
Είμαι πολύ κουρασμένη, γι' αυτό θα πάω να ξαπλώσω. Ο άντρας έπρεπε να ξαπλώσει στο κρεβάτι για να εξετάσει ο γιατρός την κοιλιά του.

ξαπλώνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

πηγαίνω για ύπνο, πηγαίνω στο κρεβάτι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Está ficando muito tarde, vou deitar.
Έχει πάει αργά και θα πάω για ύπνο.

ξαπλώνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξαπλώνω

(alguém: reclinar)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se eu deitar no sofá, eu vou cair no sono.
ⓘEsta frase não é uma tradução da frase em inglês Κειτόταν ακίνητος, και η γυναίκα του νόμισε ότι είχε πεθάνει.

καταθέτω, παραδίδω

(armas) (για τα όπλα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O Presidente pleiteou junto aos terroristas para deitarem as armas.
Ο πρόεδρος ικέτεψε τους τρομοκράτες να παραδώσουν τα όπλα τους.

τοποθετώ

verbo transitivo (aplicar na superfície)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
O pedreiro instalou o reboco com uma colher de pedreiro.
Ο χτίστης άπλωσε τον σοβά μ' ένα μυστρί.

ξαπλώνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

πάω για ύπνο, πάω να κοιμηθώ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Já passou da meia noite e é minha hora de ir para a cama.
Είναι περασμένα μεσάνυχτα και είναι ώρα να πάω για ύπνο.

απλώνω, τεντώνω, ξαπλώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απλώνομαι, τεντώνομαι, ξαπλώνω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Eu só gosto de me deitar no sofá e relaxar na frente da TV depois de um dia difícil no escritório.
Μου αρέσει απλά να ξαπλώνω στον καναπέ και να χαλαρώνω μπροστά στην τηλεόραση μετά από μια δύσκολη μέρα στο γραφείο.

ξοδεύομαι

(καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ξοδευτήκαμε χθες το βράδυ και πήγαμε σε ένα καλό εστιατόριο.

κοιμάμαι με κάποιον

(formal, arcaico) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πετάω, πετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kate decidiu que era hora de jogar fora seus velhos tênis de corrida e comprar tênis novos.
Η Κέιτ αποφάσισε ότι ήταν καιρός να πετάξει τα παλιά της αθλητικά παπούτσια και να πάρει καινούρια.

πετάω, ξεφορτώνομαι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tive que jogar fora muitos livros velhos que ninguém queria.
Αναγκάστηκα να πετάξω πολλά παλιά βιβλία που δεν τα ήθελε κανείς.

πετάω, πετώ

(BRA) (στα σκουπίδια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Você acha que esse leite ainda está bom? Não, é melhor você jogar no lixo.
Πιστεύεις ότι αυτό το γάλα είναι ακόμη καλό; Όχι, καλύτερα να το πετάξεις.

πετάω στα σκουπίδια

(BRA, no lixo)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πετάω, πετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Odeio este vaso feio; acho que devemos jogá-lo fora.

Ας μάθουμε πορτογαλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του deitar στο πορτογαλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο πορτογαλικά.

Γνωρίζετε για το πορτογαλικά

πορτογαλικά (português) είναι μια ρωμαϊκή γλώσσα εγγενής στην Ιβηρική χερσόνησο της Ευρώπης. Είναι η μόνη επίσημη γλώσσα της Πορτογαλίας, της Βραζιλίας, της Αγκόλας, της Μοζαμβίκης, της Γουινέας-Μπισάου, του Πράσινου Ακρωτηρίου. Τα Πορτογαλικά έχουν μεταξύ 215 και 220 εκατομμύρια φυσικούς ομιλητές και 50 εκατομμύρια ομιλητές δεύτερης γλώσσας, ήτοι συνολικά περίπου 270 εκατομμύρια. Τα πορτογαλικά συχνά αναφέρονται ως η έκτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, τρίτη στην Ευρώπη. Το 1997, μια ολοκληρωμένη ακαδημαϊκή μελέτη κατέταξε τα πορτογαλικά ως μία από τις 10 γλώσσες με τη μεγαλύτερη επιρροή στον κόσμο. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία της UNESCO, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά είναι οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές γλώσσες μετά τα αγγλικά.