Τι σημαίνει το district στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης district στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του district στο Αγγλικά.

Η λέξη district στο Αγγλικά σημαίνει συνοικία, περιοχή, περιφέρεια, διοικητική περιφέρεια, περιοχή επαγγελματικών επιχειρήσεων, εμπορική συνοικία, Κολούμπια, εμπορική περιοχή, περιφερειακός εισαγγελέας, περιφερειακή εισαγγελέας, Περιφέρεια της Κολούμπια, εισαγγελέας, επαρχιακό συμβούλιο, νομαρχιακό συμβούλιο, περιφερειακό συμβούλιο, επαρχιακό δικαστήριο, περιφερειακός διευθυντής, περιφερειακή διευθύντρια, περιφέρεια της Κολούμπια, τοπική αστυνομία, Lake District, περιοχή όπου συχνάζουν ιερόδουλες, διεύθυνση εκπαίδευσης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης district

συνοικία, περιοχή

noun (part of town)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Smiths moved to a different district on the other side of town.
Οι Σμιθς μετακόμισαν σε διαφορετική συνοικία (or: περιοχή) στην άλλη πλευρά της πόλης.

περιφέρεια

noun (US (local government area)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The two candidates were fighting to get elected in the district.

διοικητική περιφέρεια

noun (county, municipality, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

περιοχή επαγγελματικών επιχειρήσεων, εμπορική συνοικία

noun (commercial area of a town or city)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You can find the large retail stores in the business district.

Κολούμπια

noun (Washington, D.C.)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)

εμπορική περιοχή

noun (business area) (για οικονομία, εμπόριο)

περιφερειακός εισαγγελέας, περιφερειακή εισαγγελέας

noun (US, initialism (district attorney)

The DA is closely following the case.

Περιφέρεια της Κολούμπια

noun (initialism (District of Columbia)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εισαγγελέας

noun (US (DA: chief lawyer of a state or area)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The District Attorney prosecutes crimes occurring within the boundaries of Humboldt County.

επαρχιακό συμβούλιο, νομαρχιακό συμβούλιο, περιφερειακό συμβούλιο

noun (body of local government)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The district council are responsible for household waste collections.

επαρχιακό δικαστήριο

noun (US (intermediate, state court)

The district court deals with the most common violations of law.

περιφερειακός διευθυντής, περιφερειακή διευθύντρια

noun (manager overseeing a district)

περιφέρεια της Κολούμπια

noun (Washington, D.C. capital of the US)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τοπική αστυνομία

noun (US (local law enforcement)

Lake District

noun (region of north west England) (περιοχή)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

περιοχή όπου συχνάζουν ιερόδουλες

noun (part of town frequented by prostitutes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διεύθυνση εκπαίδευσης

noun (official region of school)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του district στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του district

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.