Τι σημαίνει το divorced στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης divorced στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του divorced στο Αγγλικά.

Η λέξη divorced στο Αγγλικά σημαίνει χωρισμένος, διαζευγμένος, διαζύγιο, χωρίζω, χωρίζω, χωρισμένος, διαζευγμένος, εκδίδω διαζύγιο, διαχωρίζω κτ από κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης divorced

χωρισμένος, διαζευγμένος

adjective (legally no longer married)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Her Catholicism prevented her from marrying a divorced man.
Το ότι είναι Καθολική δεν της επέτρεψε να παντρευτεί έναν ήδη χωρισμένο (or: διαζευγμένο) άντρα.

διαζύγιο

noun (end of marriage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The couple's divorce surprised everyone who knew them; they had always seemed so happy.
Ο χωρισμός του ζευγαριού εξέπληξε όλους όσους τους γνώριζαν· έμοιαζαν πάντα τόσο ευτυχισμένοι.

χωρίζω

intransitive verb (end a marriage)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The couple divorced after their children left home.
Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο αφού έφυγαν τα παιδιά τους απ' το σπίτι.

χωρίζω

transitive verb (end a marriage to [sb]) (συνήθως μονόπλευρα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mark divorced his wife after only a year of marriage.
Ο Μαρκ πήρε διαζύγιο από τη γυναίκα του μετά από έναν χρόνο έγγαμου βίου.

χωρισμένος, διαζευγμένος

noun (US (divorced man)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Wendy has just started dating again and has her first date with a handsome divorcé tonight.
Η Γουέντι μόλις άρχισε να κάνει πάλι γνωριμίες και έχει το πρώτο της ραντεβού είναι με έναν γοητευτικό διαζευγμένο (or: χωρισμένο), σήμερα το βράδυ.

εκδίδω διαζύγιο

transitive verb (end [sb]'s marriage)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The judge divorced the couple.

διαχωρίζω κτ από κτ

(separate from)

Is it possible to divorce life from art?

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του divorced στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.