Τι σημαίνει το institution στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης institution στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του institution στο Αγγλικά.

Η λέξη institution στο Αγγλικά σημαίνει ίδρυμα, ίδρυμα, θεσμός, ακαδημαϊκό ίδρυμα, εκπαιδευτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, πιστωτικό ίδρυμα, ίδρυμα που εκδίδει τον τίτλο σπουδών, ψυχιατρείο, ψυχιατρική κλινική, ιδρύματα συγκεντρώσεως αποταμιεύσεων, ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης institution

ίδρυμα

noun (organization)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Several educational institutions are accepting applications.
Αρκετά εκπαιδευτικά ιδρύματα δέχονται αιτήσεις.

ίδρυμα

noun (care home)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We finally had to put Dad in an institution at age 90.
Έπρεπε τελικά να βάλουμε τον πατέρα σε ίδρυμα όταν έγινε ενενήντα χρονών.

θεσμός

noun (cultural norm, tradition)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Monogamy is an institution of Western culture.
Η μονογαμία είναι θεσμός του δυτικού πολιτισμού.

ακαδημαϊκό ίδρυμα

noun (school, university, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Online correspondence schools have begun to gain respectability as academic institutions.

εκπαιδευτικό ίδρυμα

noun (place of learning, school)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Colleges and universities are two types of educational institution.

χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, πιστωτικό ίδρυμα

noun (bank, building society, etc.)

The bank was a large financial institution.

ίδρυμα που εκδίδει τον τίτλο σπουδών

noun (university that awards a qualification)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ψυχιατρείο, ψυχιατρική κλινική

noun (dated (psychiatric hospital)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She was completely mad and had to be committed to a mental institution.

ιδρύματα συγκεντρώσεως αποταμιεύσεων

noun (US (finance: savings and loan) (στις ΗΠΑ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Larger banks have bought up all the local thrifts.
Κάποιες μεγαλύτερες τράπεζες εξαγόρασαν όλα τα τοπικά ιδρύματα συγκεντρώσεως αποταμιεύσεων.

ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης

noun (college providing professional training)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του institution στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του institution

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.