Τι σημαίνει το bank στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης bank στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του bank στο Αγγλικά.

Η λέξη bank στο Αγγλικά σημαίνει τράπεζα, όχθη, πλαγιά, ανάχωμα, ταινία, πίνακας, μπάνκα, τράπεζα, σειρά, στροφή, κύρτωμα, στρίβω, υπολογίζω, βασίζομαι, έχω λογαριασμό, καταθέτω, βάζω στην άκρη, σωριάζω, καλύπτω, σκεπάζω, τραπεζικός λογαριασμός, υπόλοιπο λογαριασμού, χαρτονόμισμα, πιστωτική κάρτα, τραπεζικά έξοδα, τραπεζικά τέλη, τραπεζική επιταγή, υπάλληλος τραπέζας, τραπεζική κατάθεση, επιταγή τραπέζης, τραπεζική επιταγή, τραπεζικό τέλος, αργία, δάνειο, διευθυντής τραπεζικού καταστήματος, ληστής τράπεζας, ληστεία τράπεζας, μαζικές αναλήψεις, εκκαθαριστικό τραπεζικού λογαριασμού, κωδικός SWIFT, ταμίας, μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών, στοιβάζω, χρηματοκιβώτιο τράπεζας, τράπεζα αίματος, κάδος ανακύκλωσης γυαλιού, τινάζω τη μπάνκα στον αέρα, ξετινάζω, κεντρική τράπεζα, κρατικά χρεόγραφα, τράπεζα δεδομένων, Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων, Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων, τράπεζα τροφίμων, τράπεζα επενδύσεων, κοινός τραπεζικός λογαριασμός, κοινός λογαριασμός, η αριστερή όχθη του Σηκουάνα, καλλιτεχνικός, κουμπαράς, όχθη ποταμού, τράπεζα αποταμιεύσεων, τράπεζα ήχου, τράπεζα σπέρματος, Παγκόσμια Τράπεζα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης bank

τράπεζα

noun (financial institution) (εμπορική, κατάστημα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I need to go to the bank to withdraw money today.
Πρέπει να πάω στην τράπεζα για να αποσύρω χρήματα σήμερα.

όχθη

noun (land at river's edge) (ποταμού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We took our lunch and sat down on the bank of the river.
Πήραμε το φαγητό μας και καθίσαμε στην όχθη του ποταμού.

πλαγιά

noun (hillside: slope)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The water flowed down the bank and into the stream.
Το νερό κύλισε από την πλαγιά μέσα στο ρέμα.

ανάχωμα

noun (ridge of snow) (από χιόνι)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The car skidded off the road and stopped in a snow bank.
Το αυτοκίνητο γλίστρησε έξω από τον δρόμο και σταμάτησε σε ένα ανάχωμα από χιόνι.

ταινία

noun (mass of cloud) (επίσημο: μετεωρολογία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Do you see that bank of clouds over there?

πίνακας

noun (panel)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The bank of switches for controlling the lighting is over there.
Ο πίνακας με τους διακόπτες για τα φώτα είναι εκεί πέρα.

μπάνκα

noun (gambling house) (ζαργκόν: τυχερό παιχνίδι)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Over the long term in gambling, the bank always wins.

τράπεζα

noun (place for blood donation) (αίματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She donated her blood to the blood bank.

σειρά

noun (US (group of elevators) (από ασανσέρ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There is a bank of elevators that go to the upper floors.

στροφή

noun (aviation: turn, dip) (αλλαγή κατεύθυνσης)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The fighter plane's bank to the left allowed it to avoid the mountain.

κύρτωμα

noun (inclined turn)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She leaned her motorcycle into the sharp bank of the curve.
Έγειρε τη μηχανή της στο πιο απότομο κύρτωμα της στροφής.

στρίβω

intransitive verb (turn by tilting: plane, bike)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The driver banked around the corner without slowing down much. The plane banked to begin its descent.

υπολογίζω, βασίζομαι

(figurative (rely, bet) (σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'm banking on the stock market recovering; otherwise I won't have enough retirement funds.

έχω λογαριασμό

(have an account with: a bank) (σε τράπεζα)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
He banks at Citibank.
Έχει λογαριασμό στη Citibank.

καταθέτω

transitive verb (deposit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'll bank the day's receipts.

βάζω στην άκρη

transitive verb (colloquial (save) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She banked the money that she won in the lottery instead of spending it.

σωριάζω

transitive verb (mound up) (δημιουργώ ανάχωμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When planting the seedlings, you should bank soil around their roots.

καλύπτω, σκεπάζω

(fire: cover) (τη φωτιά με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Bank the fire with sand before you go into your tent.
Κάλυψε τη φωτιά με άμμο πριν μπεις στη σκηνή σου.

τραπεζικός λογαριασμός

noun (money kept in a bank)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A debit card takes money directly from your bank account.
Οι χρεωστικές κάρτες τραβούν χρήματα κατευθείαν από τον τραπεζικό σου λογαριασμό.

υπόλοιπο λογαριασμού

noun (amount of money in bank account)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's a good thing tomorrow is payday; my bank balance is down to zero.

χαρτονόμισμα

noun (paper money)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The teller counted out the banknotes and handed them to me.

πιστωτική κάρτα

noun (credit, debit card) (ανάλογα το είδος)

τραπεζικά έξοδα, τραπεζικά τέλη

plural noun (fees charged by a bank)

Unexpected bank charges can cause your account to go overdrawn.

τραπεζική επιταγή

noun (cashier's check)

υπάλληλος τραπέζας

noun (person: teller)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
The bank clerk miscounted the funds and gave the customer extra cash by mistake.

τραπεζική κατάθεση

noun (money put in account)

επιταγή τραπέζης, τραπεζική επιταγή

noun (US (check drawn on a bank)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We accept only bank drafts on past due accounts, no personal checks.

τραπεζικό τέλος

noun (charge made by a bank)

Bank fees for a single overdraft are charged by the payor bank and the payee bank.

αργία

noun (UK (national non-work day)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I always work bank holidays – I get paid double-time!
Δουλεύω πάντα τις αργίες και πληρώνομαι διπλά!

δάνειο

noun (money borrowed from a bank)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He applied for a bank loan to pay for his new car.

διευθυντής τραπεζικού καταστήματος

noun ([sb] who manages a bank branch)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ληστής τράπεζας

noun (thief: steals from bank)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The bank robber drove off with thousands of dollars in cash.

ληστεία τράπεζας

noun (theft from a bank)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
There was a bank robbery today in the city.

μαζικές αναλήψεις

noun (banking: many withdrawals)

Panic about the currency's collapse caused a bank run.

εκκαθαριστικό τραπεζικού λογαριασμού

noun (document: account balance)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I'll check my bank statement to see if you cashed my cheque.
Θα ελέγξω το εκκαθαριστικό του τραπεζικού μου λογαριασμού για να δω αν εξαργύρωσες την επιταγή μου.

κωδικός SWIFT

noun (bank's identification number) (τράπεζα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The SWIFT code is used to transfer money between banks and the routing code is used to process checks.

ταμίας

noun (mainly US (cashier at a bank)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The robber entered the bank and demanded money from the bank teller.

μεταφορά χρημάτων μεταξύ λογαριασμών

noun (money sent between accounts)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στοιβάζω

(make pile of [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

χρηματοκιβώτιο τράπεζας

noun (large armoured safe)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You can use the safe deposit boxes in the bank vault to keep your valuable papers safe.

τράπεζα αίματος

noun (for donated blood)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The blood bank provides blood for surgery and transfusions.

κάδος ανακύκλωσης γυαλιού

noun (recycling bin for bottles)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I put my empty bottles in the bottle bank for recycling.
Έβαλα τα άδεια μπουκάλια στον κάδο ανακύκλωσης γυαλιού για να πάνε για ανακύκλωση.

τινάζω τη μπάνκα στον αέρα

verbal expression (gambling: win all money)

He was on such a winning streak in Las Vegas, he broke the bank in two casinos!

ξετινάζω

verbal expression (figurative, informal (be expensive) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We can afford to buy new flowerpots; they really won't break the bank.

κεντρική τράπεζα

noun (national bank)

κρατικά χρεόγραφα

plural noun (UK (funded government securities)

τράπεζα δεδομένων

noun (computing: information repository)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων

noun (US, abbreviation (Federal Reserve Bank) (στις ΗΠΑ)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Ομοσπονδιακή Τράπεζα Αποθεμάτων

noun (US banking system)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τράπεζα τροφίμων

noun (food-donating organization) (φιλανθρωπική δομή)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τράπεζα επενδύσεων

noun (finance: shares)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κοινός τραπεζικός λογαριασμός, κοινός λογαριασμός

noun (bank account)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
My wife and I have a joint account at the bank.

η αριστερή όχθη του Σηκουάνα

noun (Paris: area south of the Seine)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
When you go to Paris you must visit the Left Bank to soak up the atmosphere.

καλλιτεχνικός

noun as adjective (intellectual or artistic)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Jean-Paul Sartre and Simone de Beauvoir inspired many left-bank intellectuals.

κουμπαράς

noun (pig-shaped money box)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
How much have you saved in your piggy bank?

όχθη ποταμού

noun (land at edge of a river)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The water spilled over the tops of these river banks during the last flood.

τράπεζα αποταμιεύσεων

(banking)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τράπεζα ήχου

noun (library of audio clips)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τράπεζα σπέρματος

noun (storage facility for donated sperm)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Παγκόσμια Τράπεζα

noun (international financial institution)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του bank στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του bank

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.