Τι σημαίνει το lifted στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης lifted στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του lifted στο Αγγλικά.

Η λέξη lifted στο Αγγλικά σημαίνει σηκώνω, ανυψώνω, ασανσέρ, σήκωμα, δυνατότητα ανύψωσης, άντωση, ικανότητα ανύψωσης, -, ενθάρρυνση, ανελκυστήρας, ανυψωτήρας, ανελκυστήρας, ανυψωτήρας, τελεφερίκ, λιφτ, ύψωμα, χωρητικότητα, τακούνι, ανυψώνομαι, διαλύομαι, αίρω, αντιγράφω, ξεριζώνω, σηκώνω, βγάζω, απογειώνομαι, αναθέτω, αναβατήρας, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, φρεάτιο ανελκυστήρα, λίφτινγκ, περονοφόρο όχημα, πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο, κάνω ωτοστόπ, υδραυλικός ανυψωτής, δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι, προθυμοποιούμαι να κάνω κτ, υδραυλική πόρτα, ανεβάζω τη διάθεση, ανυψωτικό όχημα, σηκώνω, κάνω βάρη, κάνω άρση βαρών, τραγουδώ πιο δυνατά, ανάθεση εργασίας σε εξωτερική ομάδα συνεργατών, εκτόξευση, τελεφερίκ, κάνω οτοστόπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης lifted

σηκώνω

transitive verb (raise upward)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He lifted the tray above the kids.
Σήκωσε (or: ύψωσε) το δίσκο πάνω από τα παιδιά.

ανυψώνω

transitive verb (hoist)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The car was lifted so the mechanic could work underneath.
Το αμάξι ανυψώθηκε για να μπορέσει ο μηχανικός να εργαστεί στο κάτω μέρος του.

ασανσέρ

noun (UK (elevator)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I took the lift to the third floor.
Πήρα τον ανελκυστήρα μέχρι τον τρίτο όροφο.

σήκωμα

noun (act of raising)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
With a lift of the hand, the leader signalled that he was ready.
Με μια άρση του χεριού ο ηγέτης υπέδειξε ότι ήταν έτοιμος.

δυνατότητα ανύψωσης

noun (distance that [sth] rises)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The crane had a lift of two hundred feet.
Ο γερανός είχε δυνατότητα ανύψωσης στα 60 μέτρα.

άντωση

noun (raising force)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Thrust and lift allow a plane to fly.
Η ώση και η άντωση επιτρέπουν στο αεροπλάνο να πετάξει.

ικανότητα ανύψωσης

noun (weight lifted, capacity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The twin-engine cargo plane has a lift of eight tons.
Το δικινητήριο φορτηγό αεροπλάνο έχει ικανότητα ανύψωσης 8 τόνων.

-

noun (UK (ride in a vehicle) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Thanks for the lift! I'd never have made it to the station in time without it.
Σε ευχαριστώ που με έφερες! Δεν θα έφτανα με τίποτα εγκαίρως αν δεν το έκανες.

ενθάρρυνση

noun (figurative (emotional uplift)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The good news was a real lift.
Τα καλά ήταν μεγάλη ενθάρρυνση.

ανελκυστήρας, ανυψωτήρας

noun (lifting device)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A hydraulic lift was used to place the stones.
Για να τοποθετηθούν οι πέτρες χρησιμοποιήθηκε ένας υδραυλικός ανυψωτήρας.

ανελκυστήρας, ανυψωτήρας

noun (dumbwaiter)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Put the tray of dinner plates in the lift.
Βάλε το δίσκο με τα πιάτα στον ανελκυστήρα (or: στο αναβατόριο).

τελεφερίκ, λιφτ

noun (ski-lift)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I'll meet you at the lift so we can go up together for another run.
Θα σε συναντήσω στο λιφτ (or: τελεφερίκ) για να πάμε μαζί για έναν ακόμα γύρο.

ύψωμα

noun (rise in ground, hill)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There is an apple tree at the base of the lift in that field.
Υπάρχει μια μηλιά στο κάτω μέρος του υψώματος σε εκείνο το χωράφι.

χωρητικότητα

noun (nautical: capacity of a ship)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The barge has a lift of thirty tons.
Η μαούνα έχει χωρητικότητα τριάντα τόνους.

τακούνι

noun (lowest layer of a shoe heel)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She had the lifts on her shoes replaced.
Πήγε να αντικαταστήσει τα τακούνια των παπουτσιών της.

ανυψώνομαι

intransitive verb (go up)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
As the plane took off, I felt myself lift.
Καθώς απογειωνόταν το αεροπλάνο, ένιωσα να ανυψώνομαι.

διαλύομαι

intransitive verb (rise) (ομίχλη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
As the sun warmed the land, the fog lifted.

αίρω

transitive verb (rescind, remove)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
California lifted its gay marriage ban in 2008. The government lifted the boycott on foreign goods after three days.
Η Καλιφόρνια ήρε την απαγόρευση του γάμου μεταξύ ομοφυλοφίλων το 2008. Η κυβέρνηση ήρε τον αποκλεισμό των ξένων προϊόντων έπειτα από τρεις μέρες.

αντιγράφω

transitive verb (slang, figurative (plagiarize) (από κάπου αλλού)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The author had lifted entire paragraphs from another book.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ωραία ατάκα. Δική σου είναι ή την ξεσήκωσες από κάπου;

ξεριζώνω

transitive verb (horticulture: remove plants)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She lifted the irises in October, before the first frost.
Ξερίζωσε (or: Έβγαλε) τους κρίνους τον Οκτώβριο, πριν πιάσει η παγωνιά.

σηκώνω

transitive verb (slang, figurative (steal) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The thief lifted the man's wallet.
Ο κλέφτης βούτηξε το πορτοφόλι του άντρα.

βγάζω

(figurative (elevate in circumstances) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The success of his art lifted him from poverty.
Η επιτυχία που είχε η τέχνη του τον έβγαλε από τη φτώχεια.

απογειώνομαι

phrasal verb, intransitive (plane, spacecraft: take off)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The spaceship began to lift off.
Το διαστημόπλοιο άρχισε να απογειώνεται.

αναθέτω

phrasal verb, transitive, separable (UK (outsource: a team)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αναβατήρας

noun (cable car for skiers)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (exercise move without assistance)

φρεάτιο ανελκυστήρα

noun (passage for a lift)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

λίφτινγκ

noun (surgery: tightens facial skin)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Mary looked fantastic after her facelift. // Many celebrities get face-lifts to appear younger.
Η Μαίρη έδειχνε υπέροχη μετά το λίφτινγκ. Πολλοί διάσημοι κάνουν λίφτινγκ, για να δείχνουν νεότεροι.

περονοφόρο όχημα

noun (vehicle for lifting heavy loads)

You need a forklift truck to move the pallets around.

πάω κπ κάπου με το αυτοκίνητο

verbal expression (informal (take in car)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'll give you a ride to the airport.

κάνω ωτοστόπ

verbal expression (informal (hitchhike)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I might be able to hitch a ride to the airport.

υδραυλικός ανυψωτής

(type of elevator)

δεν κουνάω ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι

verbal expression (figurative (make effort)

Jody would appreciate some help in the kitchen, but Josh never lifts a finger.

προθυμοποιούμαι να κάνω κτ

verbal expression (figurative (make effort to help)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I wish you would lift a finger to help around the house occasionally.

υδραυλική πόρτα

noun (UK (hatchback on a vehicle)

ανεβάζω τη διάθεση

verbal expression (improve [sb]'s mood)

These party songs are guaranteed to lift your spirits.

ανυψωτικό όχημα

(for moving loads)

σηκώνω

(raise)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you lift up the boxes and hand them to me, I'll put them in the attic.
Αν σηκώσεις τα κουτιά και μου τα δώσεις, θα τα βάλω στη σοφίτα.

κάνω βάρη

verbal expression (exercise: do weight training)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I go running and lift weights four times a week.
Τέσσερις φορές την εβδομάδα πάω για τρέξιμο και κάνω βάρη.

κάνω άρση βαρών

verbal expression (sport: do weight lifting)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He lifts weights competitively. When they lift weights, weight-lifters wear a belt to protect their back and kidneys.
Κάνει άρση βαρών σε αγωνιστικό επίπεδο.

τραγουδώ πιο δυνατά

verbal expression (sing louder)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The singers lifted their voices in the last verse.

ανάθεση εργασίας σε εξωτερική ομάδα συνεργατών

noun (outsourcing of a team)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

εκτόξευση

noun (launch of a spacecraft)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The scheduled Ariane 5 liftoff has been postponed. Lift-off in ten seconds: ten, nine, eight….

τελεφερίκ

noun (carries skiers up ski slope)

κάνω οτοστόπ

verbal expression (hitchhike)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We had to thumb a lift to Glasgow as we had no money left for the bus.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του lifted στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.