Τι σημαίνει το line up στο Αγγλικά;
Ποια είναι η σημασία της λέξης line up στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του line up στο Αγγλικά.
Η λέξη line up στο Αγγλικά σημαίνει βάζω σε σειρά, ευθυγραμμίζω, ευθυγραμμίζω, γλιτώνω, την σκαπουλάρω, είμαι στην ίδια ευθεία, σχηματίζω ουρά, μπαίνω στην ουρά, κάνω κράτηση, αναγνωριστική παράταξη υπόπτων, συμμετοχή καλλιτεχνών, πρόγραμμα, βασικοί παίκτες, ατάκα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.
Σημασία της λέξης line up
βάζω σε σειράphrasal verb, transitive, separable (arrange in a row) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) The teacher lined up all her students before taking them out to recess. Η δασκάλα έβαλε στη σειρά τους μαθητές πριν τους βγάλει έξω για διάλειμμα. |
ευθυγραμμίζωphrasal verb, transitive, separable (align) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) Please line up the pictures on the wall so they are all straight. |
ευθυγραμμίζωverbal expression (align) (κάτι με κάτι) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) When using the cutter, line your paper up with the guideline. |
γλιτώνω, την σκαπουλάρωphrasal verb, intransitive (be aligned) (ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.) Tomorrow, Jupiter, Saturn and Mars will line up in the evening sky. |
είμαι στην ίδια ευθεία(be aligned with [sth]) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) The two holes did not line up with each other, so I could not insert the bolt. Οι δύο τρύπες δεν ήταν ευθυγραμμισμένες η μία με την άλλη οπότε δεν μπορούσα να βάλω τη βίδα. |
σχηματίζω ουρά, μπαίνω στην ουράphrasal verb, intransitive (form a queue) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) People lined up in front of the box office to buy tickets for the show. Ο κόσμος σχημάτισε ουρά μπροστά απ' το ταμείο για ν' αγοράσει εισιτήρια για την παράσταση. |
κάνω κράτησηphrasal verb, transitive, separable (figurative (schedule, arrange) (ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.) I've lined up a lot of activities for us this week. |
αναγνωριστική παράταξη υπόπτωνnoun (suspects: identity parade) (φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.) The store owner identified his assailant in a police lineup. |
συμμετοχή καλλιτεχνώνnoun (acts billed for a show) (έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.) There is a great line-up for this year's festival, including many famous stars. Υπάρχει μεγάλη συμμετοχή καλλιτεχνών στο φετινό φεστιβάλ, συμπεριλαμβανομένων μερικών διάσημων σταρ. |
πρόγραμμαnoun (schedule of events) (γεγονότων, εκδηλώσεων) (ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.) The festival's lineup will be published this week. |
βασικοί παίκτεςnoun (sport: participants) (αρχίζουν στον αγώνα) (περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.) The fans objected to the team's lineup; it was missing the best player! |
ατάκαnoun (UK, informal ([sth] said to seduce) (ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.) The boy tried to gain the girl's attention with his chat-up lines. |
Ας μάθουμε Αγγλικά
Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του line up στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.
Σχετικές λέξεις του line up
Ενημερωμένες λέξεις του Αγγλικά
Γνωρίζετε για το Αγγλικά
Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.