Τι σημαίνει το luz στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης luz στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του luz στο ισπανικά.

Η λέξη luz στο ισπανικά σημαίνει φως, φως, φως, φως, φως, φως, φωτιστικό, φως, φανάρι, ελαφρύς, ρεύμα, αχτίδα, λάμψη, οδηγός, κοιλότητα, -, με χαμηλό φωτισμό, ακτίνα, αναλαμπή, αναλαμπή, πυγολαμπίδα, πυγολαμπίδα, τοκετός, φλας, το να γεννάω, γεννάω, γεννώ, ρίχνω φως σε κπ/κτ, ανακαλύπτω, προβολέας, ανακαλύπτω, βρίσκω, φλας, δημιουργώ, γεννάω, αποκαλύπτω, φανερώνω, σήµα αλλαγής πορείας, γεννάω, γεννάω, γεννώ, κάνω, γεννάω, γεννώ, γεννάω, γεννώ, φεγγαρόλουστος, υπό το φως των κεριών, προστατευμένος από το φως, γνωστός, σε άλλον πλανήτη, σε άλλον κόσμο, μέρα μεσημέρι, κατά τη διάρκεια της μέρας, που είναι πολύ διαφορετικός από κτ, αγαπημένος, φως του ήλιου, φως του ήλιου, φως της ημέρας, τρεμούλιασμα, τρεμοπαίξιμο, σεληνόφως, φεγγαρόφωτο, φως των αστεριών, σήμα, στίγμα, το φως του κεριού, κομοδίνο, φως φρένων, το φως της φωτιάς, η λάμψη της φωτιάς, φως λυχνίας, φως νυχτός, πίσω προβολέας, φως του πυρσού, φως των πυρσών, φως λάμπας, αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας, πράσινο φανάρι, αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας, ακτίνα φωτός, κόκκινο φανάρι, μαύρο φως, εκτυφλωτικό φως, φως που αναβοσβήνει, έντονο φως, αιτία πανικού, εκτυφλωτικό φως, αμυδρό φως, φως ομίχλης, ντάλα ο ήλιος, λυχνία πυράκτωσης, πίσω φως, υπερφυσικό ον, ταινία με φώτα, πίσω φως, πίσω φανάρι, απόλυτη συμφωνία, τηλεφωνικός πυλώνας, πορτοκαλί, κομοδίνο, τεχνητό φως, δίοδος εκπομπής φωτός, δίοδος φωτοεκπομπής, διαρροή φωτός, διακόπτης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης luz

φως

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Estas plantas tan particulares crecen mejor con luz que en la oscuridad.
Αυτά τα συγκεκριμένα φυτά μεγαλώνουν καλύτερα στο φως παρά στο σκοτάδι.

φως

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Podemos poner algo de luz en la habitación? Está demasiado oscuro.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Αυτό το δωμάτιο είναι πολύ σκοτεινό. Χρειάζεται λίγο φως.

φως

(del día)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mejor que vayas a la tienda mientras todavía haya luz.
Καλύτερα να πας στο μαγαζί όσο είναι ακόμα μέρα.

φως

(artificial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Instalaron luces en las calles para que caminar por la noche fuese más seguro.
Πέρασαν φώτα στο δρόμο, για να είναι ασφαλέστερο το περπάτημα τη νύχτα.

φως

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Pudo ver su cara a la luz de la vela.
Κατάφερε να δει το πρόσωπό της στο φως του κεριού.

φως

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mira la luz en la cara de la mujer en este cuadro.
Κοίταξε το φως στο πρόσωπο της γυναίκας σ' αυτόν τον πίνακα.

φωτιστικό, φως

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tenemos tres luces (or: lámparas) en esta habitación.
Έχουμε τρία φωτιστικά σ' αυτό το δωμάτιο.

φανάρι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El tráfico se detuvo cuando el semáforo se puso rojo.
Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν όταν το φανάρι έγινε κόκκινο.

ελαφρύς

nombre femenino

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ρεύμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Anoche nos quedamos sin luz durante tres horas en casa; tuvimos que usar velas y no pudimos ver televisión.
Το ρεύμα έπεσε για τρεις ώρες στο σπίτι χθες. Χρειάστηκε να ανάψουμε κεριά και δεν μπορούσαμε να δούμε τηλεόραση.

αχτίδα, λάμψη

(μεταφορικά: κτ θετικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La organización benéfica le dio a los refugiados una luz de esperanza.

οδηγός

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
El señor Jones ha sido nuestra luz a través del largo y confuso proceso legal.
Ο κ. Τζόουνς ήταν ο οδηγός μας κατά τη μακρά και πολύπλοκη νομική διαδικασία.

κοιλότητα

(στην ανατομία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Es luz y guía en el mundo del arte.
Είναι πρωτοπόρος στον χώρο των τεχνών.

με χαμηλό φωτισμό

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La habitación estaba tenuemente iluminada con velas.

ακτίνα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La habitación estaba a oscuras excepto por un pequeño rayo que entraba por un agujero en el techo.
Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, εκτός από μια λεπτή ακτίνα φωτός η οποία έμπαινε από μια μικρή τρύπα που υπήρχε στη στέγη.

αναλαμπή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Jim vio un destello de luz a través de las cortinas.

αναλαμπή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Los viajeros cansados creen haber visto una vislumbre en la distancia.

πυγολαμπίδα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πυγολαμπίδα

(έντομο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τοκετός

(διαδικασία)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φλας

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
La luz de giro del conductor estaba parpadeando.

το να γεννάω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El parto es una experiencia emocional.

γεννάω, γεννώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ρίχνω φως σε κπ/κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Alumbra la esquina.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Φώτισε (or: Φέξε) μου λίγο εδώ μπας και βρω το κλειδί.

ανακαλύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ese periodista era conocido por su extraordinaria habilidad para averiguar los pormenores de una historia.

προβολέας

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El foco brillaba sobre el intérprete.

ανακαλύπτω, βρίσκω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ayer descubrí verdaderos tesoros en la librería de segunda mano.

φλας

Tu intermitente izquierdo parece no estar funcionando.
Το αριστερό σου φλας δεν φαίνεται να δουλεύει.

δημιουργώ, γεννάω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Henry Ford fundó la industria automotriz.

αποκαλύπτω, φανερώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La denunciante reveló los delitos de su empresa.
Η πληροφοριοδότης αποκάλυψε τα παραπτώματα της εταιρείας.

σήµα αλλαγής πορείας

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

γεννάω

(για σκύλο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γεννάω, γεννώ

(ES)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La loba parió dos crías.
Η λύκαινα γέννησε δύο μικρά.

κάνω

(hijos) (μωρό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mary parió otro niño. ¡Este es el séptimo que tiene!
Η Μαίρη έκανε ακόμα ένα μπάσταρδο. Τώρα έχει εφτά!

γεννάω, γεννώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

γεννάω, γεννώ

(για σκύλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El perro parió siete cachorros.

φεγγαρόλουστος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El balcón del restaurante tiene una vista del océano iluminada por la luna.

υπό το φως των κεριών

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

προστατευμένος από το φως

locución adjetiva

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

γνωστός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El hecho de que es gay ya es de conocimiento público.

σε άλλον πλανήτη, σε άλλον κόσμο

(figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cuando leo las cartas de mi amigo en África me doy cuenta de que vivimos a años luz de distancia.
Όταν διάβασα τα γράμματα του φίλου μου από την Αφρική κατάλαβα ότι είναι σαν να ζούμε σε άλλον πλανήτη.

μέρα μεσημέρι

(καθομιλουμένη)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Estaban vendiendo drogas a plena luz del día.

κατά τη διάρκεια της μέρας

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Será mejor que encontremos un refugio. Podemos seguir buscando mañana a la luz del día.

που είναι πολύ διαφορετικός από κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Su vida en Canadá está a años luz de la que llevaba en Haití.
Η ζωή στον Καναδά δεν έχει καμία σχέση με αυτή που είχε συνηθίσει στην Αϊτή.

αγαπημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Η Τζένη αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά το μεγαλύτερο ήταν η αδυναμία της.

φως του ήλιου

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
La habitación no tiene luz solar hasta la tarde.

φως του ήλιου, φως της ημέρας

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Esta habitación no recibe mucha luz del día.

τρεμούλιασμα, τρεμοπαίξιμο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Una luz intermitente fuera de mi ventana me despertó por la noche.

σεληνόφως, φεγγαρόφωτο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Después de cenar, la pareja dio un paseo bajo la luz de la luna.

φως των αστεριών

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σήμα, στίγμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

το φως του κεριού

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κομοδίνο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tengo un vaso de agua en la mesilla por si me da sed durante la noche.

φως φρένων

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

το φως της φωτιάς, η λάμψη της φωτιάς

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

φως λυχνίας

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

φως νυχτός

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πίσω προβολέας

(αυτοκινήτου)

φως του πυρσού, φως των πυρσών

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φως λάμπας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας

(μεταφορικά, λόγιος)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Los datos recientes ofrecieron una luz de esperanza y dicen que la economía europea está mejorando.

πράσινο φανάρι

No llegaremos a tiempo a la luz verde.

αχτίδα ελπίδας, ακτίνα ελπίδας

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Hubo una luz de esperanza para la economía cuando el mercado de valores mejoró. Los avances en medicina dan una luz de esperanza para curar el cáncer.

ακτίνα φωτός

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
De repente un rayo de luz brilló en la oscuridad, ayudándonos a subir con facilidad.

κόκκινο φανάρι

locución nominal femenina

Siempre debes pararte cuando veas la luz roja del semáforo.

μαύρο φως

(Esp) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εκτυφλωτικό φως

locución nominal femenina

Cuando golpea un relámpago, aparece una luz cegadora junto a un fuerte chasquido instantáneo.
Όταν πέφτει αστραπή, βγαίνει ένα εκτυφλωτικό φως και άμεσα μια δυνατή βροντή.

φως που αναβοσβήνει

locución nominal femenina (ES)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La luz intermitente en la ambulancia era bien brillante.

έντονο φως

Tuve que cubrirme los ojos debido a la luz intensa.

αιτία πανικού

(figurado)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκτυφλωτικό φως

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
No te pierdas las luces intensas de Broadway cuando estés en Nueva York.

αμυδρό φως

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
No te estoy diciendo feo, pero definitivamente luces mejor con luz tenue.

φως ομίχλης

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ντάλα ο ήλιος

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Los tomates y las berenjenas prefieren la luz directa del sol, pero la lechuga crece mejor con sombra parcial.

λυχνία πυράκτωσης

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πίσω φως

nombre femenino (αυτοκινήτου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Rompí una luz trasera de mi carro cuando me eché en reversa y le pegué a un árbol.

υπερφυσικό ον

locución nominal masculina (esoterismo)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ταινία με φώτα

locución nominal femenina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πίσω φως, πίσω φανάρι

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

απόλυτη συμφωνία

expresión (figurado, coloquial)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El comité aprobó el presupuesto y le dio luz verde al proyecto, las obras comienzan dentro de quince días.

τηλεφωνικός πυλώνας

(CL, coloquial)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El poste de luz se cayó con la tormenta, produciendo un corte de luz.

πορτοκαλί

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La luz amarilla indica precaución. Cuando veas que el semáforo se pone en luz amarilla debes empezar a frenar.

κομοδίνο

locución nominal femenina

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Siempre dejo un vaso de agua en la mesita de luz.

τεχνητό φως

nombre femenino

Esa planta va bien incluso con luz artificial.

δίοδος εκπομπής φωτός, δίοδος φωτοεκπομπής

(επίσημο)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
La lucecita de los dispositivos eléctricos generalmente es un diodo emisor de luz.

διαρροή φωτός

(φωτογραφία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Este tipo de óptica suele venir defectuoso, y presenta con frecuencia problemas de filtración de luz.

διακόπτης

locución nominal femenina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του luz στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του luz

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.