Τι σημαίνει το mundo στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης mundo στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του mundo στο ισπανικά.

Η λέξη mundo στο ισπανικά σημαίνει ο κόσμος, ο κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος, τεράστιος, φυσικός κόσμος, ουράνια σφαίρα, κόσμος, πλήθος, πλάση, βασίλειο, απόκοσμος, γυμνός, οργανωμένο έγκλημα, ρόδα, ρόδα, παγκόσμιος χάρτης, κάνω θραύση, Αρμαγεδών, σχετικός με το οργανωμένο έγκλημα, πεθαμένος, όλοι, έρχομαι, γήινος, εγκόσμιος, επίγειος, από άλλον κόσμο, τσίτσιδος, ολόγυμνος, εκτός πραγματικότητας, διάσημος, γνωστός, παγκοσμίως γνωστός, γυμνός, στον κόσμο σου, ανοιχτός σε όλους, βαριεστημένος, παραιτημένος, κοινώς, ευρέως γνωστός, ανά τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο, από αμνημονεύτων χρόνων, σε κοινή θέα, σε όλο τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο, για τίποτα στον κόσμο, παγκοσμίως, σε όλο τον κόσμο, σ' όλο τον κόσμο, μέχρι την άκρη του κόσμου, εν ζωή, Ο κόσμος σου ανοίγεται., χαμένος στις σκέψεις του, Καλώς ήρθες στον κλαμπ!, κοσμικός, χώρα των θαυμάτων, ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, ύπνος, σόου μπιζ, σόου μπίζνες, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, κόσμος της φαντασίας, καλοπερασάκιας, αλάνης, μεγάλες επιχειρήσεις, υλικός κόσμος, τίποτα στον κόσμο, σόου μπίζνες, σόου-μπιζ, σόουμπιζ, ονειρικός κόσμος, ελεύθερος κόσμος, εγκαταλελειμμένο μέρος, παρατημένο μέρος, κόσμος, πρώτος και καλύτερος, βασιλιάς, αρχηγός, μεγάλο πλήθος, φυσικός κόσμος, περιοχή, νέοσ κόσμος, φυτικό και ζωικό βασίλειο, ο κόσμος των πνευμάτων, Παλαιός Κόσμος, ο Τρίτος Κόσμος, ευρέως γνωστός, εκλεπτυσμένη γυναίκα, μέλλον, πραγματική ζωή, Παγκόσμιο Κύπελλο, νέα εμπειρία, όσο χρόνο χρειαστεί, εταιρικός κόσμος, επιχειρηματικός κόσμος, μικρός κόσμος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης mundo

ο κόσμος

nombre masculino

El ecosistema del mundo es frágil.
Το περιβάλλον του πλανήτη μας είναι ευπαθές.

ο κόσμος

nombre masculino

El mundo no sobrevivirá a una guerra nuclear.
Η ανθρωπότητα δεν θα επιβιώσει από έναν πυρηνικό πόλεμο.

κόσμος

nombre masculino (figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El mundo del arte es un lugar extraño.
Ο κόσμος της τέχνης είναι παράξενος.

κόσμος

nombre masculino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El mundo animal tiene reglas diferentes.
Το βασίλειο των ζώων διέπεται από διαφορετικούς κανόνες.

κόσμος

nombre masculino (era)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
No había ordenadores en el mundo antiguo.
Δεν υπήρχαν υπολογιστές στον αρχαίο κόσμο.

κόσμος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Será un escándalo cuando el mundo se entere de esto.

τεράστιος

nombre masculino (gran cantidad)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Hay un mundo de diferencia entre sus políticas.

φυσικός κόσμος

nombre masculino (coloquial)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El mundo está lleno de lugares inexplorados.

ουράνια σφαίρα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El árbol de Navidad estaba decorado con orbes de colores brillantes.

κόσμος

(figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
En su propio universo, todos los hombres están perdidamente enamorados de ella.

πλήθος

(figurado)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Existe una constelación de opciones disponibles.

πλάση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La granja de mi abuelo era el lugar más bonito del universo.
Η φάρμα του παππού μου ήταν το πιο όμορφο μέρος σε ολόκληρη την πλάση.

βασίλειο

(figurado) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cuando Brian se agobia se refugia en el reino de su mente.

απόκοσμος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γυμνός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Al final dejó de usar pijama; ahora duerme desnuda.

οργανωμένο έγκλημα

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Ha habido un aumento de las actividades de la mafia de la ciudad recientemente.

ρόδα

(σε λούνα πάρκ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El Ojo de Londres es una de las norias más altas del mundo.
Το Μάτι του Λονδίνου είναι μια από τις υψηλότερες ρόδες του κόσμου. Η θέα που απολαύσαμε από την κορυφή μιας ρόδας ήταν φανταστική.

ρόδα

(λούνα παρκ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

παγκόσμιος χάρτης

κάνω θραύση

(figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Arrasaron con su primer tema.

Αρμαγεδών

(μτφ: όλεθρος, καταστροφή)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σχετικός με το οργανωμένο έγκλημα

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Informaron de que anoche hubo otro asesinato mafioso en la ciudad.

πεθαμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

όλοι

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

έρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Presientes cuándo nacerá tu bebé?
Μπορείς να προαισθανθείς πότε έρχεται το μωρό;

γήινος, εγκόσμιος, επίγειος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Se comporta como si no tuviera preocupaciones de este mundo.

από άλλον κόσμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los fantasmas y los duendes son seres de otro mundo.

τσίτσιδος, ολόγυμνος

locución adverbial (coloquial) (αργκό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Me quedé impactado cuando vi que todos en la playa estaban como Dios los trajo al mundo.

εκτός πραγματικότητας

locución verbal

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los políticos que creen que pueden recortar los servicios públicos y mantener su popularidad viven en un mundo irreal.
Οι πολιτικοί που πιστεύουν ότι μπορούν να υποβιβάσουν τις δημόσιες υπηρεσίες και να διατηρήσουν τη δημοφιλία τους βρίσκονται προφανώς εκτός πραγματικότητας.

διάσημος, γνωστός

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Las anchoas no le gustan a todo el mundo.
Οι αντσούγιες δεν είναι γνωστές σε πολλούς ανθρώπους. Η Τρίσια είναι διάσημη με όλους τους συμμαθητές της,

παγκοσμίως γνωστός

locución adjetiva

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Ámsterdam es mundialmente famosa por sus canales y sus coffee shops.

γυμνός

locución adverbial (coloquial)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

στον κόσμο σου

locución adverbial (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ανοιχτός σε όλους

locución adjetiva

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

βαριεστημένος, παραιτημένος

locución adjetiva

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

κοινώς, ευρέως γνωστός

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

ανά τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Internet permite compartir información con gente de todo el mundo.
Το διαδίκτυο επιτρέπει στους ανθρώπους ανά τον κόσμο να μοιραστούν πληροφορίες.

από αμνημονεύτων χρόνων

expresión (coloquial)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Los humanos se pelean entre ellos desde que el mundo es mundo.

σε κοινή θέα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Se estaban besando en público en la estación y no les importaba que los viera todo el mundo.

σε όλο τον κόσμο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Si pudieras viajar a cualquier parte del mundo ¿qué visitarías primero?

σε όλο τον κόσμο

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No hay ningún lugar en el mundo en el que preferiría estar antes que aquí contigo.

για τίποτα στον κόσμο

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No se puede reservar una mesa en ese restaurante ni por todo el oro del mundo.

παγκοσμίως, σε όλο τον κόσμο

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Los precios de los artículos de primera necesidad se han incrementado en el mundo entero.

σ' όλο τον κόσμο

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Santa Claus es conocido en todo el mundo.
Ο Αη Βασίλης είναι γνωστός σ' όλο τον κόσμο.

μέχρι την άκρη του κόσμου

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi amor no tiene límites. Yo te seguiré al fin del mundo.

εν ζωή

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mientras esté en este mundo cuidaré de mi jardín y de mis nietos.

Ο κόσμος σου ανοίγεται.

expresión (figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χαμένος στις σκέψεις του

expresión (coloquial)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Καλώς ήρθες στον κλαμπ!

locución interjectiva (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κοσμικός

(μέλος της κοσμικής κοινωνίας)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
El joven miembro de la alta sociedad fue arrestado por conducir borracho.

χώρα των θαυμάτων

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ύπνος

(figurado)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σόου μπιζ, σόου μπίζνες

(καθομιλουμένη)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

locución nominal masculina (aves insectívoras: Muscicapidae)

κόσμος της φαντασίας

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

καλοπερασάκιας, αλάνης

(ανεπ)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

μεγάλες επιχειρήσεις

Esto es algo habitual en el mundo de los grandes negocios.

υλικός κόσμος

Se consagró a la oración, dejando atrás el mundo material.

τίποτα στον κόσμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Nada en el mundo me alejará del hombre que amo.

σόου μπίζνες, σόου-μπιζ, σόουμπιζ

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Ella ha estado en el mundo del espectáculo desde antes de que naciéramos.

ονειρικός κόσμος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
En mi mundo ideal soy tan joven y saludable como hace 30 años.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Στον ονειρικό κόσμο μου είμαι όσο νέος και υγιής ήμουν 30 χρόνια πριν.

ελεύθερος κόσμος

(naciones democráticas)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
La Guerra Fría dividió el mundo en dos mitades: el mundo libre y el mundo comunista.

εγκαταλελειμμένο μέρος, παρατημένο μέρος

expresión (AR, coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La estéril y aislada isla de Howland está en el culo del mundo.

κόσμος

nombre masculino (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Has estado viviendo en un mundo ideal durante mucho tiempo, ¡ven y únete al mundo real!
Ζεις στον κόσμο σου εδώ και πολύ καιρό. Προσγειώσου επιτέλους στην πραγματικότητα!

πρώτος και καλύτερος, βασιλιάς, αρχηγός

nombre masculino (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Subió a lo alto del Everest sólo para poder gritar desde la cima: "soy el rey del mundo".

μεγάλο πλήθος

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Un mundo de gente se había reunido para ver al artista callejero.

φυσικός κόσμος

(literal)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Los animales, las plantas y los insectos forman parte del mundo natural

περιοχή

expresión

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Pasá a visitarme la próxima vez que estés por esta parte del mundo.

νέοσ κόσμος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tras la venta de la compañía su lugar de trabajo era un mundo desconocido para él.

φυτικό και ζωικό βασίλειο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ο κόσμος των πνευμάτων

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Todos creían que sus antepasados seguían vivos en el mundo de los espíritus.

Παλαιός Κόσμος

locución nominal masculina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Las Américas fueron pobladas por mareas de gente del Viejo Mundo.

ο Τρίτος Κόσμος

locución nominal masculina

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ευρέως γνωστός

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Todo el mundo sabe que fumar produce cáncer.

εκλεπτυσμένη γυναίκα

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Mi tía Charlotte era toda una mujer de mundo.

μέλλον

nombre masculino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
En el mundo futuro la viruela estará erradicada.

πραγματική ζωή

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La gente es menos amigable en el mundo real que en internet.

Παγκόσμιο Κύπελλο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La Copa del Mundo del 2014 fue en Brasil.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 έγινε στη Βραζιλία.

νέα εμπειρία

expresión

Para mí, esto de la fama es un mundo nuevo, pero creo que me puedo llegar a acostumbrar rápido.
Η σύνταξη είναι μεγάλη αλλαγή, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.

όσο χρόνο χρειαστεί

expresión

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Él anda dando vueltas como si tuviera todo el tiempo del mundo.

εταιρικός κόσμος, επιχειρηματικός κόσμος

Me interesa más el mundo empresarial que el mundo científico.

μικρός κόσμος

expresión

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του mundo στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του mundo

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.