Τι σημαίνει το monkey στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης monkey στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του monkey στο Αγγλικά.

Η λέξη monkey στο Αγγλικά σημαίνει μαϊμού, μαϊμού, μιμούμαι, παίζω, καπουτσίνος, σκανταλιάρης, σκανταλιάρα, μηχανικός αυτοκινήτων, μαϊμού του γένους Alouatta, σκανταλιάρης, διάολος, γέφυρα αναρρίχησης, monkey bread, ανόητη,σαχλή συμπεριφορά, βρομοδουλειά,παγαποντιά, αράπικο φιστίκι, χιλιανή αραουκάρια, γαλλικό κλειδί, φάρσα, πλάκα, μακάκος, μαϊμού αράχνη, σκιουροπίθηκος, κάνω χαλάστρα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης monkey

μαϊμού

noun (animal: simian with tail)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There are quite a few species of monkey in Africa.
Υπάρχουν κάμποσα είδη μαϊμούδων στην Αφρική.

μαϊμού

noun (figurative (mischievous child) (μτφ, καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Look at those kids running around. They're a bunch of monkeys!
Κοίτα τα παιδάκια πως τρέχουν εδώ κι εκεί. Μαϊμούδες είναι!

μιμούμαι

transitive verb (imitate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My sons are always monkeying their uncle!
Οι γιοι μου μιμούνται συνέχεια το θείο τους!

παίζω

phrasal verb, intransitive (informal (be frivolous or mischievous) (μεταφορικά: με κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He monkeyed around with the carburettor for a while, then found the problem in the spark plug.

καπουτσίνος

noun (type of monkey) (πίθηκος)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

σκανταλιάρης, σκανταλιάρα

noun (informal, figurative (mischievous child)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
My son is a cheeky monkey, always doing something mischievous.

μηχανικός αυτοκινήτων

noun (slang, figurative (mechanic) (κατά λέξη)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
I took my car to the local grease monkey, and now it runs worse than ever!

μαϊμού του γένους Alouatta

noun (Central American simian variety)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Howler monkeys are very loud!

σκανταλιάρης, διάολος

noun (mischievous child)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
We often refer to our two-year old as "little monkey”.

γέφυρα αναρρίχησης

plural noun (children's climbing frame)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Children were hanging from the monkey bars in the playground.

monkey bread

noun (type of cake) (είδος γλυκού)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ανόητη,σαχλή συμπεριφορά

noun (figurative, slang (silly or frivolous behaviour) (μεταφορικά,αργκό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The substitute teacher quickly put an end to all the monkey business.

βρομοδουλειά,παγαποντιά

noun (figurative, slang (trickery, deceitful behaviour) (μεταφορικά,αργκό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
One had to be careful when dealing with the hawkers in the market, who were famous for their monkey business.

αράπικο φιστίκι

noun (informal (peanut)

χιλιανή αραουκάρια

noun (evergreen tree) (φυτό)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

γαλλικό κλειδί

noun (spanner) (εργαλείο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I need to undo these bolts so please pass me the monkey wrench.

φάρσα, πλάκα

plural noun (informal (prank, mischievous behaviour)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μακάκος

noun (animal: macaque)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Rhesus monkeys are sometimes used in laboratory experimentation.

μαϊμού αράχνη

noun (animal)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σκιουροπίθηκος

noun (animal: small simian that lives in trees)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κάνω χαλάστρα

verbal expression (US, figurative, slang (disrupt) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He was spiteful and enjoyed throwing a monkey wrench into their plans whenever he could.
Ήταν κακεντρεχής και του άρεσε να κάνει χαλάστρα στα σχέδιά τους όποτε μπορούσε.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του monkey στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.