Τι σημαίνει το monthly στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης monthly στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του monthly στο Αγγλικά.

Η λέξη monthly στο Αγγλικά σημαίνει μηνιαίος, μηνιαίος, κάθε μήνα, μηνιαία έκδοση, περίοδος, διμηνιαίος, δίμηνος, που γίνεται δύο φορές το μήνα, ανά δίμηνο, ανά δεκαπενθήμερο, μηνιαία συνάντηση, μηνιαία δόση, πληρωμή, δεκαπενθήμερος, δυο φορές το μήνα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης monthly

μηνιαίος

adjective (every month)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Karen went to her monthly doctor's appointment.

μηνιαίος

adjective (lasting for a month)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Kyle had a monthly lease on his house.

κάθε μήνα

adverb (once a month)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
John is paid monthly.

μηνιαία έκδοση

noun (magazine)

Seth grabbed his monthly from the mailbox.

περίοδος

noun (period) (γυναίκες)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sarah was having her monthly and didn't want to go out.

διμηνιαίος, δίμηνος

adjective (every two months)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
These bimonthly meetings are too far apart; we should meet every month.

που γίνεται δύο φορές το μήνα

adjective (twice a month)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The society's meetings are bimonthly, on the first and third Friday of every month.

ανά δίμηνο

adverb (every two months)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Christopher has a checkup for his diabetes bimonthly; he went in January and March, and his next appointment is in May.
Ο Κρίστοφερ κάνει τσεκάπ για τον διαβήτη του κάθε δύο μήνες. Έκανε τις σχετικές ιατρικές εξετάσεις τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο, και το επόμενο ραντεβού του είναι τον Μάιο.

ανά δεκαπενθήμερο

adverb (twice a month)

There is nothing that needs to be discussed every two weeks; meeting bimonthly is a waste of time.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στη δουλειά, πληρωνόμαστε ανά δεκαπενθήμερο.

μηνιαία συνάντηση

noun (meeting held once a month)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Did you attend our company's monthly meeting?

μηνιαία δόση, πληρωμή

noun (sum paid once a month)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This item can be yours for only three monthly payments of $19.99!

δεκαπενθήμερος

adjective (occurring twice a month)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

δυο φορές το μήνα

adverb (twice a month)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του monthly στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.