Τι σημαίνει το oculto στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης oculto στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του oculto στο ισπανικά.

Η λέξη oculto στο ισπανικά σημαίνει αποκρύπτω, κρύβω, αποκρύπτω, κρύβω, κρύβω, αποκρύπτω, συγκαλύπτω, εξαλείφω, απαλείφω, αποκρύπτω, κρύβω, αποκρύπτω, αποκρύπτω, κρύβω, καλύπτω, δεν μαρτυρώ, δεν αποκαλύπτω, δεν λέω όλη την αλήθεια, κρύβω, συγκαλύπτω, διαγράφω, αποκρύπτω, κρύβω, κρύβω, καταπιέζω, κρύβω, αποκρύπτω, κρύβω, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, κρύβω, δεν συμβαδίζω με κτ, καταπνίγω, καταπιέζω, καταπίνω, κρυμμένος, κρυμμένος, καλυμμένος, κρυμμένος, κρυμμένος, μυστηριώδης, σκοτεινός, ένοχος, κρυφός, βαθύτερος, που καραδοκεί, απόκρυφος, μυστηριακός, κρυφός, μυστικός, λαθραίος, παρασκηνιακός, καβαλιστικός, άδηλος, αφανής, προσποιούμενος, ύποπτος, άγνωστος, Αντίσταση, διπλός, επτασφράγιστος, κρυφός, βάζω στην άκρη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης oculto

αποκρύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Isabel ocultó lo que sabía sobre los eventos.
Η Ιζαμπέλ απέκρυψε τι ήξερε για τα γεγονότα.

κρύβω, αποκρύπτω

verbo transitivo (μυστικό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le ocultó su pasado a su marido.
Έκρυψε (or: απέκρυψε) το παρελθόν της από τον άντρα της.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pequeño ocultó un gatito bajo su abrigo.
Το αγοράκι έκρυβε ένα μικροσκοπικό γατάκι κάτω από το παλτό του.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alice intentó ocultar sus emociones después de que la despidieran.

αποκρύπτω, συγκαλύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εξαλείφω, απαλείφω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποκρύπτω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El perro ocultó su hueso en un agujero poco profundo.

κρύβω, αποκρύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El estafador ocultó sus verdaderas intenciones.
Ο απατεώνας απέκρυψε τις πραγματικές προθέσεις του.

αποκρύπτω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κρύβω, καλύπτω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Está intentando ocultar su implicación en el crimen. Es difícil ocultar una discusión como la que tuvimos anoche.
Προσπαθεί να κρύψει την ανάμειξή της στο έγκλημα. Είναι δύσκολο να καλύψεις μια λογομαχία σαν αυτή που είχαμε χτες.

δεν μαρτυρώ, δεν αποκαλύπτω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi conciencia no me permitirá ocultar este crimen.
Η συνείδησή μου δεν με αφήνει να μην αποκαλύψω αυτό το έγκλημα.

δεν λέω όλη την αλήθεια

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ella le dijo que le había contado todo sobre sus matrimonios anteriores, pero él sospechaba que ella ocultaba algo.
Είπε ότι του τα είχε πει όλα για τον προηγούμενο γάμο της, αλλά υποπτευόταν ότι δεν έλεγε όλη την αλήθεια.

κρύβω

(να μην φαίνεται)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Usaban cortinas para ocultar los agujeros en la pared.
Χρησιμοποίησαν κουρτίνες για να κρύψουν τις τρύπες στους τοίχους.

συγκαλύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Aunque Sheile se negó a ayudar a Gary a cometer el robo, sí lo ayudó a esconderlo después.
Αν και η Σίλα αρνήθηκε να βοηθήσει τον Γκάρυ να διαπράξει ληστεία, τον βοήθησε ωστόσο στη συνέχεια να κουκουλώσει το γεγονός.

διαγράφω, αποκρύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La oscuridad encubrió al ladrón, que pudo moverse sin que nadie se enterara.
Το σκοτάδι έκρυψε τον διαρρήκτη και μπόρεσε να κινηθεί χωρίς να τον πάρει χαμπάρι κανείς.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El camuflaje del tigre lo enmascaraba en la selva.
Το καμουφλάζ της τίγρης την έκρυβε μέσα στη ζούγκλα.

καταπιέζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tras fracasar en la entrevista, la candidata reprimió su decepción e intentó ser positiva.
Μετά την αποτυχία στην συνέντευξη, η αιτούσα έκρυψε την απογοήτευσή της και προσπάθησε να είναι θετική.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
William se las arregló para tapar la aversión que sentía por su compañero de trabajo.
Ο Γουίλιαμ κατάφερε να κρύψει την αντιπάθειά του για τον συνάδελφό του.

αποκρύπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El gobierno usó la cobertura del terremoto para esconder la noticia sobre el aumento de impuestos.

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pelo le tapaba la cara.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

κρύβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Tengo que quitar de la vista estos bizcochos antes de que lleguen los nietos!

δεν συμβαδίζω με κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El aspecto juvenil de Clive no deja ver sus años de experiencia como maestro.
Η νεανική εμφάνιση του Κλάιβ δημιουργεί την ψευδή εντύπωση ότι δεν έχει πολλά χρόνια εμπειρίας ως καθηγητής.

καταπνίγω, καταπιέζω, καταπίνω

verbo transitivo (emociones) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No es física ni emocionalmente sano ocultar las emociones.
Δεν είναι συναισθηματικά και σωματικά υγιές το να καταπνίγει κανείς τα αισθήματά του.

κρυμμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Dexter miró bajo los arbustos, donde encontró un joyero oculto.
Ο Ντέξτερ κοίταξε κάτω από τους θάμνους όπου βρήκε ένα κρυμμένο κουτί με κοσμήματα.

κρυμμένος

adjetivo

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Permaneció oculto en la espesura vigilando los movimientos del campamento enemigo.

καλυμμένος

adjetivo

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
La estatua permanecerá oculta hasta el Día de la Independencia.

κρυμμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
El sol estaba oculto detrás de las nubes.
Ο ήλιος ήταν κρυμμένος πίσω από τα σύννεφα.

κρυμμένος

adjetivo

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

μυστηριώδης, σκοτεινός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ένοχος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El chocolate es su placer oculto.
Η σοκολάτα είναι το ένοχο μυστικό του.

κρυφός

adjetivo (fichero, informática)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Laura tuvo que buscar en los archivos ocultos y eliminar el virus manualmente para reparar su computadora.

βαθύτερος

adjetivo (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El significado oculto del sermón se perdió en la congregación.

που καραδοκεί

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El peligro acechante por avalancha provocó nerviosismo entre los habitantes de la montaña.
Ο κίνδυνος της χιονοστιβάδας που καραδοκούσε άγχωνε τους κατοίκους του βουνού.

απόκρυφος, μυστηριακός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Este libro analiza las prácticas arcanas de los masones.

κρυφός, μυστικός, λαθραίος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

παρασκηνιακός

(γίνεται στα κρυφά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

καβαλιστικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

άδηλος, αφανής

(ταλέντο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Sospecho que hay un gran talento de actriz dormido en su interior.

προσποιούμενος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
El agente del FBI apareció disfrazado de comprador interesado.
Ο πράκτορας του FBI εμφανίστηκε προσποιούμενος τον ενδιαφερόμενο αγοραστή.

ύποπτος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La policía sospechaba que Glenn estaba envuelto en actividades clandestinas.
Η αστυνομία υποπτευόταν τον Γκλεν ότι ήταν μπλεγμένος σε ύποπτες δραστηριότητες.

άγνωστος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Αντίσταση

(luchador, activista)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
Los activistas clandestinos se arriesgan a castigos severos, incluyendo la muerte.
Τα μέλη της Αντίστασης διατρέχουν τον κίνδυνο σκληρής τιμωρίας ή και θανάτου.

διπλός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Todo lo que dice Glenn parece que tiene un doble sentido.

επτασφράγιστος

(για μυστικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La información era un secreto bien guardado.

κρυφός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Juega al fútbol, pero en secreto también es poeta.
Παίζει ποδόσφαιρο, αλλά είναι και κρυφός ποιητής.

βάζω στην άκρη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του oculto στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.