Τι σημαίνει το overflow στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης overflow στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του overflow στο Αγγλικά.

Η λέξη overflow στο Αγγλικά σημαίνει ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, περίσσιος, σωλήνας υπερχείλισης, αγωγός υπερχείλισης, περίσσεια, υπερχειλιστής, ξεχειλίζω από κτ, πλημμυρίζω από κτ, ξεχειλίζω, πλημμυρίζω, χρηματικό πλεόνασμα προϋπολογισμού, ακράτεια υπερχείλισης. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης overflow

ξεχειλίζω, πλημμυρίζω

intransitive verb (liquid: spill out of)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The water in the sink overflowed and ran onto the floor.
Το νερό στον νιπτήρα υπερχείλισε και έτρεξε στο πάτωμα.

ξεχειλίζω, πλημμυρίζω

intransitive verb (figurative (with people, cars) (μεταφορικά: από κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The room was overflowing; people were spilling out into the corridors.
Το δωμάτιο ήταν φίσκα. Ο κόσμος ήταν και στους διαδρόμους.

περίσσιος

noun (of water, liquid)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I poured too much milk into the jug and the overflow ran down the sides.
Έβαλα τόσο πολύ γάλα στην κανάτα που το περίσσιο έτρεξε από όλες τις μεριές.

σωλήνας υπερχείλισης, αγωγός υπερχείλισης

noun (outlet for excess liquid)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
If you overfill the sink, the excess water drains through the overflow.
Αν παραγεμίσεις τον νιπτήρα, το περίσσιο νερό φεύγει από την υπερχείλιση.

περίσσεια

noun (figurative (excess amount)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They need to build more roads; the overflow of traffic has to go somewhere.
Πρέπει να χτίσουν περισσότερους δρόμους. Τα πλεονάζοντα οχήματα πρέπει να πάνε κάπου.

υπερχειλιστής

noun (dam: outlet)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ξεχειλίζω από κτ, πλημμυρίζω από κτ

(figurative (be full of [sth]) (μεταφορικά)

Jemima's heart was overflowing with joy.

ξεχειλίζω

transitive verb (cause to spill over)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tom overflowed the bathtub.

πλημμυρίζω

transitive verb (figurative (spill out of a space) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The crowd overflowed the auditorium.

χρηματικό πλεόνασμα προϋπολογισμού

noun (money kept in reserve)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ακράτεια υπερχείλισης

noun (bladder disorder) (ιατρική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του overflow στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.