Τι σημαίνει το skim στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης skim στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του skim στο Αγγλικά.

Η λέξη skim στο Αγγλικά σημαίνει γλιστρώ πάνω σε κτ, γλιστρώ πάνω από κτ, ρίχνω μια ματιά σε κτ, ξαφρίζω, ρίχνω κτ στο νερό για «βατραχάκια», ρίχνω κτ στο νερό για «ψαράκια», χοροπηδάω, κάνω σκοινάκι, παραλείπω, παραλείπω, πηδώ, πηδάω, πηδάω, χοροπήδημα, αναπήδηση, κάδος, ρετάρω, αναπηδώ, αποφεύγω, κάνω κτ να αναπηδήσει, αφαιρώ από την επιφάνεια, ξαφρίζω, ξαφρίζω, γδύνω, δεν δίνω μεγάλη σημασία, δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα, περνάω ξυστά από κτ, διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά, αποβουτυρωμένο γάλα, διαβάζω στα γρήγορα, ξαφρίζω πάχος από, κάνω ψαράκια. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης skim

γλιστρώ πάνω σε κτ, γλιστρώ πάνω από κτ

transitive verb (glide over) (δεν αγγίζω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The swan finally took off, skimming the surface of the water for several yards.
Ο κύκνος τελικά έφυγε, γλιστρώντας πάνω στην επιφάνεια του νερού για αρκετές γιάρδες.

ρίχνω μια ματιά σε κτ

transitive verb (figurative (read a text quickly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jake skimmed the report, looking for any mention of problems.
Ο Τζέικ διάβασε στα γρήγορα την αναφορά, ψάχνοντας τυχόν μνεία σε προβλήματα.

ξαφρίζω

transitive verb (milk: remove surface)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The dairymaid skimmed the milk.
Η εργαζόμενη του γαλακτοκομείου ξάφρισε το γάλα.

ρίχνω κτ στο νερό για «βατραχάκια», ρίχνω κτ στο νερό για «ψαράκια»

transitive verb (throw: bounce along surface)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I spent hours trying to skim stones across the surface of the lake.

χοροπηδάω

intransitive verb (jump lightly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The little girl skipped happily down the street.
Το κορίτσι χοροπηδούσε καθώς κατηφόριζε το δρόμο.

κάνω σκοινάκι

intransitive verb (UK (game, sport: jump rope)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The children skipped and played hopscotch on the playground.
Τα παιδιά έκαναν σκοινάκι κι έπαιζαν κουτσό στην παιδική χαρά.

παραλείπω

transitive verb (informal (not attend, miss)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I skipped the meeting because I was too busy.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έκανα κοπάνα από το σχολείο, γιατί βαριόμουν.

παραλείπω

transitive verb (informal (omit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My advice is to skip the second course, and leave room for the fish.
ΝΕW: Βιαζόμουν το πρωί, γι' αυτό παρέλειψα το πρόγευμα.

πηδώ, πηδάω

transitive verb (informal (pass by) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He skipped three chapters of the book.
Άφησε τρία κεφάλαια του βιβλίου.

πηδάω

transitive verb (US, figurative (education: omit a grade) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My parents would not let their child skip third grade.
Οι γονείς μου δεν θα άφηναν το παιδί τους να πηδήξει την τρίτη τάξη.

χοροπήδημα

noun (bouncing walk)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She walked with a light skip, like a young girl.
Περπατούσε ελαφρώς χοροπηδηχτά, σαν κοριτσάκι.

αναπήδηση

noun (ricochet)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The child watched the skips of the rock across the surface of the water.

κάδος

noun (UK (large refuse container)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The man tossed some rubbish into the skip.

ρετάρω

intransitive verb (misfire)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The engine skips sometimes when it's cold.

αναπηδώ

intransitive verb (ricochet)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The rock skipped on the ground three times.

αποφεύγω

transitive verb (figurative (avoid)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When driving around here, it's hard to skip all the holes in the road.

κάνω κτ να αναπηδήσει

transitive verb (make ricochet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She skipped flat stones on the surface of the pond.

αφαιρώ από την επιφάνεια, ξαφρίζω

phrasal verb, transitive, separable (literal (remove from the surface) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The housewife skimmed the cream off the fresh milk to make butter.

ξαφρίζω, γδύνω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (take what is most valuable from [sth]) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The accountant had been skimming off a few thousand dollars a month before the employer caught on.

δεν δίνω μεγάλη σημασία, δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (treat superficially, disregard)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Dont' just skim over the text when studying, read it carefully. Skim over the music score to see where the clarinet starts playing.

περνάω ξυστά από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (move just above) (από πάνω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's amazing to watch a flying seagull skim over the waves.

διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά

phrasal verb, transitive, inseparable (read in a cursory way)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Read chapter 1 carefully, but just skim through chapter 2.

αποβουτυρωμένο γάλα

noun (low-fat dairy milk)

Drinking skim milk's like drinking white water - I prefer 2% milk.

διαβάζω στα γρήγορα

intransitive verb (read [sth] rapidly for the gist)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξαφρίζω πάχος από

transitive verb (remove fat from top of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
After milking the cows, we skimmed the fat off the milk and made butter.

κάνω ψαράκια

(make pebbles ricochet) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The children were skimming stones across the lake.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του skim στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.