Τι σημαίνει το squealing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης squealing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του squealing στο Αγγλικά.

Η λέξη squealing στο Αγγλικά σημαίνει τσιρίδα, τσίριγμα, που τσιρίζει, που τσιρίζουν, στριγκλίζω, τσιρίζω, σκούζω, στριγγλίζω, τσιρίζω, τσιρίδα, στριγκλιά, κελαηδώ, καρφώνω, δίνω, τα λέω όλα σε κπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης squealing

τσιρίδα

noun (shrill yelps)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τσίριγμα

noun (tires, etc.: shrill noise) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

που τσιρίζει

adjective (yelping shrilly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που τσιρίζουν

adjective (tires, etc.: making a shrill noise) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στριγκλίζω, τσιρίζω

intransitive verb (person: shriek)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The little girl squealed when she saw the cute lambs.
Το κοριτσάκι τσίριξε όταν είδε τα γλυκά αρνάκια.

σκούζω

intransitive verb (pig noise)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The pig was squealing in its sty.
Το γουρούνι έσκουζε μέσα στο χοιροστάσιο.

στριγγλίζω, τσιρίζω

intransitive verb (tire noise) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Adam braked hard and the tyres squealed.
Ο Άνταμ πάτησε το φρένο δυνατά και τα λάστιχα στρίγγλισαν.

τσιρίδα, στριγκλιά

noun (noise)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Linda realised it must be breaktime when she heard the laughter and squeals of children coming from the playground.
Η Λίντα κατάλαβε πως πρέπει να ήταν ώρα του διαλείμματος όταν άκουσε το γέλιο και τις φωνές των παιδιών από την παιδική χαρά.

κελαηδώ

intransitive verb (figurative, slang (inform, tell) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
"Somebody squealed," the gang leader said. "I want to know who it was."
«Κάποιος κελάηδησε,» είπε ο αρχηγός της συμμορίας. «Θέλω να μάθω ποιος ήταν».

καρφώνω, δίνω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, slang (inform, tell on [sb]) (ανεπίσημο, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
One of Alex's classmates squealed on him and he was sent to see the headteacher.
Ένας από τους συμμαθητές του Άλεξ τον κάρφωσε και τον έστειλαν στον διευθυντή.

τα λέω όλα σε κπ

(figurative, slang (inform, tell [sb]) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jim didn't like what the other kids were doing, so he squealed to the teacher.
Στον Τζιμ δεν άρεσε αυτό που έκαναν τα άλλα παιδιά και έτσι τα κάρφωσε στον δάσκαλο.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του squealing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.