Τι σημαίνει το squeeze στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης squeeze στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του squeeze στο Αγγλικά.

Η λέξη squeeze στο Αγγλικά σημαίνει πατάω, πιέζω, συμπιέζω, στριμώχνω, χώνω, στύβω, στείβω, στύβω, στείβω, ζούληγμα, ζούπηγμα, στενότητα, αμόρε, συνωστισμός, μερικές σταγόνες, χώνομαι, στριμώχνομαι, σφίγγω, σφίγγω, στριμώχνομαι, στριμώχνω, στριμώχνω, στύβω, ζουλάω, ξεζουμίζω, πιέζω κτ να βγει από κάπου, σπρώχνω έξω, απωθώ, αποκλείω, διώχνω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης squeeze

πατάω, πιέζω, συμπιέζω

transitive verb (compress with the hand)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Robert squeezed the ketchup bottle, trying to get the last bit out.
Ο Ρόμπερτ ζούληξε (or: ζούπηξε) το μπουκάλι της κέτσαπ προσπαθώντας να βγάλει και την τελευταία σταγόνα.

στριμώχνω, χώνω

(fit into a small space) (σε κτ ή μέσα σε κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nancy squeezed all her belongings into the car and set off for her new life.
Η Νάνσι στρίμωξε όλα τα υπάρχοντά της στο αυτοκίνητο κι έβαλε πλώρη για τη νέα της ζωή.

στύβω, στείβω

transitive verb (fruit: extract juice from)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
William squeezed the oranges to make juice for breakfast.
Ο Γουίλιαμ έστειψε τα πορτοκάλια για να κάνει χυμό για το πρωινό.

στύβω, στείβω

(juice: extract) (κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alice squeezed the juice from the lemons into a bowl.
Η Άλις έστειψε τον χυμό από τα λεμόνια μέσα σε ένα μπολ.

ζούληγμα, ζούπηγμα

noun (tight grasp)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Leon felt the squeeze of Glenn's hand on his shoulder.
Ο Λέον ένιωσε το σφίξιμο από το χέρι του Γκλεν στον ώμο του.

στενότητα

noun (informal, figurative (financial restrictions) (μτφ: οικονομική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A lot of people have been feeling the squeeze since the beginning of the financial crisis.

αμόρε

noun (slang, figurative (lover) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
There's Angela and her new squeeze.

συνωστισμός

noun (crush in tight space)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
It was a bit of a squeeze to get six people in the car, but they managed.

μερικές σταγόνες

noun (amount squeezed)

Add a squeeze of lemon juice to the other ingredients and mix thoroughly.

χώνομαι

(pass through with difficulty) (μέσα σε κτ, μέσα από κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Roger squeezed through the crowd.

στριμώχνομαι

(fit into small space)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The crowd squeezed into the small room to listen to the speaker.

σφίγγω

transitive verb (hug tightly) (στην αγκαλιά μου)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Henry caught hold of Amber and squeezed her.

σφίγγω

transitive verb (apply gentle pressure)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nancy squeezed Paul's hand to reassure him.

στριμώχνομαι

phrasal verb, transitive, separable (manage to fit inside)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The box was beginning to bulge but he managed to squeeze in two more books.

στριμώχνω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (fit in schedule)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The dentist was busy, but he managed to squeeze me in.
Ο οδοντίατρος ήταν απασχολημένος αλλά κατάφερε να με στριμώξει.

στριμώχνω

phrasal verb, intransitive (manage to fit inside)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The bus was crowded, but we all squeezed in.

στύβω, ζουλάω, ξεζουμίζω

(extract)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She squeezed every last drop of juice out of the lemon.
Έστυψε και την τελευταία σταγόνα χυμού από το λεμόνι.

πιέζω κτ να βγει από κάπου

verbal expression (extract)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tom squeezed the last bit of toothpaste out of the tube.
Ο Τομ πίεσε το σωληνάριο της οδοντόκρεμας, για να βγει και η ελάχιστη ποσότητα που είχε απομείνει.

σπρώχνω έξω, απωθώ, αποκλείω

(exclude, push out)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The party closed ranks against the rebel and squeezed her out.

διώχνω

verbal expression (exclude, push out)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
My grandfather was squeezed out of his job when the new boss took over.
Ο παππούς μου αποπέμφθηκε από τη δουλειά του, όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του το καινούργιο αφεντικό.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του squeeze στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του squeeze

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.