Τι σημαίνει το table στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης table στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του table στο Γαλλικά.

Η λέξη table στο Γαλλικά σημαίνει τραπέζι, το τραπέζι των διαπραγματεύσεων, οι άνθρωποι που κάθονται σε ένα τραπέζι, τραπέζι, επιφάνεια, επιφάνεια, επιφάνεια τραπεζιού, τραπέζι φαγητού, πλάκα, σε πίνακα, κουζίνα, που λαδώνει, πινγκ πονγκ, τραπεζάκι, τραπέζι μπιλιάρδου, προμήθεια, δωροδοκία, μίζα, μάτια, μίζα, αφανίζω, τουαλέτα, περιεχόμενα, της στρογγυλής τραπέζης, μη καταγεγραμμένο, εκτός λογιστικών βιβλίων, με τραπέζια, στο τραπέζι, κάτω από το τραπέζι, μίζα, κονσόλα μιξαρίσματος, κουτάλι της σούπας, διακοσμητικό, μάτια, κομοδίνο, λάδωμα, καπάκι, πινακοποίηση, τραπέζι εργασίας, γωνιακό τραπέζι, τραπεζαρία, πινγκ-πονγκ, πινγκ πονγκ, δεύτερη ευκαιρία, τραπέζι για πρωινό, τραπέζι για χαρτοπαίγνιο, τραπεζάκι του σαλονιού, τραπεζαρία, τραπεζάκι κουζίνας, σετ με πιάτα και μαχαιροπήρουνα, πτυσσόμενο γραφείο, τραπεζάκι, τραπέζι κουζίνας, πίνακας θνησιμότητας, πίνακας πολλαπλασιασμών, χειρουργικό τραπέζι, δημόσιος διάλογος, τραπέζι με ένα κεντρικό πόδι, ταμπελάκι με το όνομα καλεσμένου, τραπέζι ρουλέτας, τραπεζομάντιλο, διακοσμητικό για το τραπέζι, λευκά είδη, πίνακας περιεχομένων, μαγειρικό άλας, επιτραπέζιος οίνος, κομοδίνο, κομοδίνο, τραπέζι για πίκνικ, τραπέζι μπιλιάρδου, συνάντηση, συνεδρίαση, λάμπα, τραπέζι για air hockey, συσκευή που πετάει χαρτοπόλεμο, διάταξη θέσεων, καθιστό δείπνο, καθιστό γεύμα, τραπέζι του σνούκερ, τραβέρσα, νέα αρχή, τραπέζι, συγκεκριμένο μενού, πίνακας θνησιμότητας, τραπέζι με πτυσσόμενα άκρα, νέο ξεκίνημα, τραπεζάκι κρεβατιού, σουπλά, κουβέντα την ώρα του φαγητού, αλλαξιέρα, καλοί τρόποι, τα λέω στα ίσια, λέω τα πράγματα με το όνομά τους, κάνω μια νέα αρχή, διευθύνω με το μαστίγιο, κάθομαι στο τραπέζι, διαμαρτύρομαι, πατάω πόδι, στρώνω το τραπέζι, ανοίγω τα χαρτιά μου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης table

τραπέζι

nom féminin (meuble)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mets ta boisson sur la table à côté du canapé. Pour vous inscrire à la conférence, vous devez aller à la table là-bas.
Άφησε το ποτό στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ.

το τραπέζι των διαπραγματεύσεων

nom féminin (des négociations)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Les deux partis se sont assis à la table des négociations pour discuter d'un accord de paix.

οι άνθρωποι που κάθονται σε ένα τραπέζι

(de personnes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La table a porté un toast à la santé du couple.

τραπέζι

nom féminin (nourriture)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Dans la vie, il faut savoir apprécier les plaisirs de la table.

επιφάνεια

nom féminin (surface plane)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Il me faut une table pour étaler de la colle sur ce papier peint.

επιφάνεια

nom féminin (objet taillé) (πετραδιού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La table du diamant ne comportait aucun défaut.

επιφάνεια τραπεζιού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραπέζι φαγητού

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ma mère me disait toujours de ne pas me gratter à table.

πλάκα

(Géologie) (γεωλογία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Il y a un banc granitique juste en-dessous de la couche arable.
Υπάρχει γρανιτική πλάκα ακριβώς κάτω από το επιφανειακό έδαφος.

σε πίνακα

(tables ou tableaux) (διάταξη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κουζίνα

(συσκευή)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le four est électrique, mais la cuisinière a quatre brûleurs à gaz.

που λαδώνει

(άτομο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πινγκ πονγκ

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
J'aime jouer au ping-pong mais je préfère le tennis.

τραπεζάκι

(avion)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Veuillez relever votre tablette en prévision de l'atterrissage.

τραπέζι μπιλιάρδου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Personne ne pouvait jouer pendant qu'Amanda était sur le billard.

προμήθεια, δωροδοκία, μίζα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le contrat de fournisseur pour Tornado a été obtenu par Smith Inc grâce aux pots-de-vin offerts au ministre chargé de l'approvisionnement de la Défense.
Το συμβόλαιο για την προμήθεια αεριωθουμένων Tornado πήγε στην Smith Inc, επειδή έδωσαν μπαξίσι στον Υπουργό Στρατιωτικών Προμηθειών.

μάτια

(μεταφορικά: της κουζίνας)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

μίζα

(ανεπίσημο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le pot-de-vin (or: dessous-de-table) était d'un millier de dollars supplémentaires.

αφανίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τουαλέτα

(έπιπλο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nous avons acheté une coiffeuse ancienne dans un marché aux puces.
Αγοράσαμε μια τουαλέτα αντίκα σε ένα υπαίθριο παζάρι.

περιεχόμενα

(au début d'un livre)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Le sommaire se trouve au début du livre.
Τα περιεχόμενα βρίσκονται στο μπροστινό μέρος του βιβλίου.

της στρογγυλής τραπέζης

(συζήτηση)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μη καταγεγραμμένο, εκτός λογιστικών βιβλίων

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Il me faut absolument un job, même payé sous la table.

με τραπέζια

locution adjectivale (εστιατόριο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στο τραπέζι

(figuré) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La proposition sur la table a été soumise par M. Smith. // Mettons toutes nos options sur la table.

κάτω από το τραπέζι

adverbe (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le contremaître du chantier paie ses employés sous la table.

μίζα

nom masculin (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le vendeur de drogue offrit un pot-de-vin à l'agent pour qu'il ferme les yeux.

κονσόλα μιξαρίσματος

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
La nouvelle table de mixage produit des sons jamais entendus sur une piste de danse.

κουτάλι της σούπας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Il faut une cuillère à soupe pour mesurer l'huile.

διακοσμητικό

(στο κέντρο του τραπεζιού)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Elisa a réalisé ses propres centres de table pour sa réception de mariage.

μάτια

nom féminin (κουζίνας)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

κομοδίνο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Je garde un verre d'eau sur la table de chevet au cas où j'aurais soif la nuit.

λάδωμα

nom masculin pluriel

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

καπάκι

nom féminin (έγχορδου μουσικού οργάνου)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πινακοποίηση

(διάταξη σε πίνακα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τραπέζι εργασίας

(cuisine)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

γωνιακό τραπέζι

nom féminin (τραπέζι στη γωνία)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Brian était assis à une table d'angle au restaurant.

τραπεζαρία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La table de la salle à manger est faite dans un bois de qualité.

πινγκ-πονγκ, πινγκ πονγκ

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Les bons joueurs de tennis de table doivent être très agiles.
Οι καλοί παίκτες του πινγκ πονγκ πρέπει να έχουν πολύ γρήγορα πόδια.

δεύτερη ευκαιρία

(figuré) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Beaucoup de gens remettent le compteur à zéro en début d'année ; c'est l'occasion de laisser ses échecs derrière soi et de reprendre de zéro.

τραπέζι για πρωινό

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπέζι για χαρτοπαίγνιο

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραπεζάκι του σαλονιού

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ne mets pas tes pieds sur la table basse s'il te plait.
Σε παρακαλώ μην βάζεις τα πόδια σου στο τραπεζάκι.

τραπεζαρία

nom féminin pluriel (τα έπιπλα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ma table et mes chaises de cuisine commencent à être bien abîmées.

τραπεζάκι κουζίνας

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je prends généralement mon petit déjeuner sur la table de la cuisine.
Συνήθως τρώω το πρωινό μου στο τραπεζάκι της κουζίνας.

σετ με πιάτα και μαχαιροπήρουνα

nom masculin

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Un des cadeaux de mariage était un service de table pour douze.

πτυσσόμενο γραφείο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπεζάκι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπέζι κουζίνας

nom féminin (nom générique)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πίνακας θνησιμότητας

(Démographie)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

πίνακας πολλαπλασιασμών

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Malgré tous mes efforts, je n'ai jamais réussi à apprendre par cœur toutes les tables de multiplication.

χειρουργικό τραπέζι

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le patient était allongé sur la table d'opération tandis que la chirurgienne préparait ses instruments.

δημόσιος διάλογος

nom féminin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tous les participants à la table ronde se mirent à s'engueuler.
Όλοι οι ομιλητές στο δημόσιο διάλογο άρχισαν να φωνάζουν μεταξύ τους.

τραπέζι με ένα κεντρικό πόδι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La table à pied central est un classique des terrasses de cafés.

ταμπελάκι με το όνομα καλεσμένου

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπέζι ρουλέτας

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τραπεζομάντιλο

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Comme dessus de table pour l'exposition, je vous suggère ce jeté en coton au logo de l'entreprise, ou une housse plus couvrante.

διακοσμητικό για το τραπέζι

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
On trouve dans cette boutique un grand choix de décorations de table.

λευκά είδη

nom masculin (για τραπέζι)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

πίνακας περιεχομένων

nom féminin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Dans la plupart des livres anglais, la table des matières se trouve au début.
Στα περισσότερα αγγλόφωνα βιβλία ο πίνακας περιεχομένων είναι στην αρχή.

μαγειρικό άλας

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
On m'a dit de me gargariser avec du sel de table dissout dans de l'eau chaude.

επιτραπέζιος οίνος

nom masculin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Est-ce que je peux utiliser le reste du vin de table pour faire la sauce ?

κομοδίνο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Je laisse mon téléphone sur ma table de nuit.
Έχω το τηλέφωνό μου στο κομοδίνο μου.

κομοδίνο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
J'ai toujours un verre d'eau sur ma table de nuit (or: table de chevet).

τραπέζι για πίκνικ

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Il y a des tables de pique-nique et une aire de jeux dans le parc.

τραπέζι μπιλιάρδου

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La salle de jeux du pub est équipée d'une table de billard, d'une cible de fléchettes, et d'un juke-box.

συνάντηση, συνεδρίαση

nom féminin (figuré)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
C'était un expert dans son domaine, et il participait à des tables rondes.

λάμπα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τραπέζι για air hockey

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συσκευή που πετάει χαρτοπόλεμο

nom féminin

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

διάταξη θέσεων

nom masculin (ποιος κάθεται που)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καθιστό δείπνο, καθιστό γεύμα

nom masculin (όχι μπουφές)

τραπέζι του σνούκερ

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραβέρσα

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

νέα αρχή

nom féminin (nouveau départ)

τραπέζι

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Une nappe blanche en lin recouvrait la table de la salle à manger.

συγκεκριμένο μενού

πίνακας θνησιμότητας

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τραπέζι με πτυσσόμενα άκρα

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

νέο ξεκίνημα

(figuré : partir de)

τραπεζάκι κρεβατιού

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σουπλά

(pour plat)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

κουβέντα την ώρα του φαγητού

nom féminin pluriel

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αλλαξιέρα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καλοί τρόποι

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

τα λέω στα ίσια, λέω τα πράγματα με το όνομά τους

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le PDG a été direct : « L'entreprise doit changer ou en subira les graves conséquences. »

κάνω μια νέα αρχή

(figuré)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διευθύνω με το μαστίγιο

locution verbale (figuré)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tes employés fainéants ne changeront jamais si tu ne tapes pas du poing sur la table.
Οι τεμπέληδες υπάλληλοί σου δε θα αλλάξουν ποτέ, εκτός αν αρχίσεις να τους διευθύνεις με το μαστίγιο.

κάθομαι στο τραπέζι

verbe pronominal (κυριολεκτικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le dîner est presque prêt, veuillez vous mettre à table.

διαμαρτύρομαι, πατάω πόδι

(figuré) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στρώνω το τραπέζι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ma mère m'a demandé de mettre la table (or: mettre le couvert) pendant qu'elle préparait le dîner.

ανοίγω τα χαρτιά μου

locution verbale (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του table στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του table

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.