Τι σημαίνει το take off στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης take off στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του take off στο Αγγλικά.

Η λέξη take off στο Αγγλικά σημαίνει βγάζω, βγάζω, βγάζω κτ από κτ, απογειώνομαι, γίνομαι Λούης, απογειώνομαι, απογείωση, απογείωση, εκτόξευση, κακέκτυπο, φεύγω για, φεύγω για, χάνω βάρος, βγάζω τα παπούτσια, αποσπώ κπ από κτ, κόβω, χαλάω, βγάζω στη φόρα, ξεσκεπάζω, παίρνω άδεια, βγάζω το καπέλο μου, βγάζω το καπέλο σε κπ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης take off

βγάζω

(clothing: remove)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you're hot, why not take off that jumper?
Εάν ζεσταίνεσαι γιατί δεν βγάζεις το πουλόβερ σου;

βγάζω

(lid, etc.: remove)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω κτ από κτ

(lid, etc.: remove)

Could you please take the lid off this jar for me?
Μπορείς να με βοηθήσεις να βγάλω το καπάκι από αυτό το βάζο;

απογειώνομαι

phrasal verb, intransitive (plane: depart)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The plane took off after a short delay.
Το αεροπλάνο απογειώθηκε με μικρή καθυστέρηση.

γίνομαι Λούης

phrasal verb, intransitive (informal (depart suddenly) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Marius took off so quickly that I didn't have a chance to say goodbye.

απογειώνομαι

phrasal verb, intransitive (figurative (enjoy sudden success) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I have a feeling this band will take off after their first real concert. The new product really took off and everybody wanted it.
Έχω την αίσθηση ότι το συγκρότημα θα απογειωθεί μετά την πρώτη του συναυλία. Το καινούριο προϊόν πραγματικά απογειώθηκε και όλοι το ήθελαν.

απογείωση

noun (aircraft: departure, launch)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pilot and flight crew prepared for takeoff.

απογείωση, εκτόξευση

noun (figurative, informal (sharp rise, increase) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Lately there has been a takeoff in the number of teenage mothers.

κακέκτυπο

noun (mainly UK, informal (parody)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The film is a takeoff of a classic Dickens novel.

φεύγω για

(plane: start flying to)

Air France flight 123 is due to take off for Paris at 22:00h. The plane will take off for New York at 09.35am.

φεύγω για

(informal (depart for)

Edith and I like to take off for the beach early in the morning. The bank robbers took off for parts unknown.

χάνω βάρος

verbal expression (reduce, lose weight)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Fred's doctor told him he needed to take off weight.

βγάζω τα παπούτσια

verbal expression (remove footwear)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It's good manners to take off your shoes before entering a house in Japan.
Είναι σωστό να βγάζεις τα παπούτσια σου πριν μπεις σ' ένα σπίτι στην Ιαπωνία.

αποσπώ κπ από κτ

verbal expression (informal (distract [sb] from thinking about [sth])

κόβω

verbal expression (stop broadcasting [sth]) (μεταφορικά: δεν μεταδίδω πια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Howard Stern's radio program was taken off the air for a while because he offended some listeners.

χαλάω

verbal expression (figurative (spoil [sth]'s appeal) (μεταφορικά: π.χ. μια γιορτή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω στη φόρα

verbal expression (figurative, informal (reveal [sth] previously secret) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξεσκεπάζω

verbal expression (figurative, informal (reveal: [sth] secret) (μεταφορικά, καθομ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παίρνω άδεια

verbal expression (take leave from work) (από τη δουλειά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm taking time off to see friends I haven't seen in years. She took time off to vacation in Madrid.
Παίρνω άδεια για να δω φίλους που δεν έχω δει εδώ και χρόνια. Πήρε άδεια για να πάει διακοπές στη Μαδρίτη.

βγάζω το καπέλο μου

verbal expression (remove headgear)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω το καπέλο σε κπ

verbal expression (figurative, informal (respect, congratulate) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I take my hat off to the inventor of this amazing tool.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του take off στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.