Τι σημαίνει το underground στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης underground στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του underground στο Αγγλικά.

Η λέξη underground στο Αγγλικά σημαίνει κάτω από τη γη, κάτω από το έδαφος, υπόγειος, ύποπτος, μετρό, Αντίσταση, underground, υπογείως, υπόγεια, underground κουλτούρα, υπόγειο καλώδιο, υπόγειο σύστημα διαφυγής σκλάβων, υπόγειος σιδηρόδρομος, υπόγειος ποταμός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης underground

κάτω από τη γη, κάτω από το έδαφος

adverb (below ground)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Moles tunnel underground.
Οι τυφλοπόντικες σκάβουν λαγούμια κάτω από τη γη.

υπόγειος

adjective (below ground)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There is a network of underground tunnels below the city.
Υπάρχει ένα δίκτυο από υπόγεια τούνελ κάτω από την πόλη.

ύποπτος

adjective (figurative (concealed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The police suspected Glenn of being involved in underground activities.
Η αστυνομία υποπτευόταν τον Γκλεν ότι ήταν μπλεγμένος σε ύποπτες δραστηριότητες.

μετρό

noun (London underground trains)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Rachel took the underground to Liverpool Street. I always travel by underground when I'm in London; it's the easiest way to get around.
Η Ρέιτσελ πήρε το μετρό για να πάει στην οδό Λίβερπουλ.

Αντίσταση

noun (secret fighters)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
Members of the underground risk severe punishment, even death.
Τα μέλη της Αντίστασης διατρέχουν τον κίνδυνο σκληρής τιμωρίας ή και θανάτου.

underground

adjective (subcultural)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
That journalist writes for an underground paper.

υπογείως, υπόγεια

adverb (into hiding) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The resistance fighters were driven underground.

underground κουλτούρα

noun (subculture, alternative movement)

The rebellious teenager wanted to belong to the underground.

υπόγειο καλώδιο

noun (large pipe running under the earth)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Electric power is transmitted via underground cables.

υπόγειο σύστημα διαφυγής σκλάβων

noun (historical, figurative (system for helping slaves escape)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

υπόγειος σιδηρόδρομος

noun (rail system underground, subway)

υπόγειος ποταμός

noun (stream running under the earth)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The underground river flows through caves filled with stalactites and stalagmites.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του underground στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.