Τι σημαίνει το arraché στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης arraché στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του arraché στο Γαλλικά.

Η λέξη arraché στο Γαλλικά σημαίνει ξεκολλάω, βγάζω, βγάζω, σκίζω, κόβω, τραβάω, αποκτώ με τη βία, βγάζω, ξεριζώνω, τραβάω, τραβώ, τραβάω, τραβώ, βγάζω, τραβάω κτ απότομα, τραβάω κτ με δύναμη, αφαιρώ, βγάζω, είμαι αποτελεσματικός, αφαιρώ, βγάζω ταπετσαρία, απομακρύνω, σκίζω, ξεσκίζω, σκίζω, βγάζω, αφαιρώ, προκαλώ, αποσπώ, εκμαιεύω, βγάζω, αφαιρώ, περικόπτω, αρπάζω, κλέβω, αρπάζω, τραβάω, τραβώ, γρήγορη κίνηση, αποσπώ, σκάβω, σπάω, απομακρύνω κτ με ένα χτύπημα, σκισμένος, σκισμένος, βιάζομαι να αποκτήσω κάτι, ξεριζώνω το κακό, κουνιέμαι, αποσπώ με τη βία, αποσπώ κτ από κτ, σκίζω, κόβω κομμάτι δαγκώνοντας, ξεκολλάω, ξεκολλώ κπ από κτ, συνέρχομαι γρήγορα από κτ, παίρνω κτ από κτ, βγάζω κτ από κτ, σφάζω, δγέρνω, ξεκολλώ, αποσπώ κτ από κτ, εκμαιεύω κτ από κτ, ξεκολλώ από κτ, σπάω κτ από κτ, τραβάω κπ/κτ από κτ, βγάζω κπ/κτ από κτ, παίρνω κτ από κπ, κόβω κτ δαγκώνοντάς το, αρπάζω κτ από κπ/κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης arraché

ξεκολλάω

verbe transitif (ανάλογα το είδος της κίνησης)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Après une courte lutte, je lui ai arraché l'arme des mains.

βγάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
En voyant la surface miroitante et fraîche de l'eau, Steve a arraché ses vêtements et a plongé.
Βλέποντας την δροσερή λαμπυρίζουσα επιφάνεια του νερού ο Στιβ έβγαλε τα ρούχα του και βούτηξε.

σκίζω, κόβω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il a arraché l'emballage pour voir ce qu'il y avait dedans.
Έσκισε το περιτύλιγμα για να ανακαλύψει τι ήταν μέσα.

τραβάω

(tissu, cheveux)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les femmes hurlaient et s'arrachaient les cheveux.

αποκτώ με τη βία

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le roi Henri VIII a saisi la chance qui lui était donnée d'arracher le pouvoir à Rome.

βγάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je crois que ce chat fou a essayé de m'arracher les yeux.

ξεριζώνω

verbe transitif (des végétaux)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle a arraché les iris en octobre, avant les premières gelées.
Ξερίζωσε (or: Έβγαλε) τους κρίνους τον Οκτώβριο, πριν πιάσει η παγωνιά.

τραβάω, τραβώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Elle a arraché les mauvaises herbes.

τραβάω, τραβώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il arracha un pilon et commença à manger.

βγάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je me suis fait arracher une dent et ça me fait très mal.
Μόλις έβγαλα ένα δόντι και πονάω.

τραβάω κτ απότομα

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τραβάω κτ με δύναμη

verbe transitif (έμφαση στο τράβηγμα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αφαιρώ, βγάζω

verbe transitif (du papier peint) (κάτι από κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Arrache le papier peint du mur.

είμαι αποτελεσματικός

verbe intransitif (familier : alcool, piment) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ton whisky, il arrache !

αφαιρώ, βγάζω ταπετσαρία

(papier collé,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απομακρύνω

verbe transitif (figuré, familier)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σκίζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il a arraché une page du magazine.
Έσκισε μια σελίδα από το περιοδικό. Όταν βλέπω μια καλή συνταγή στην εφημερίδα, συνήθως την σκίζω.

ξεσκίζω, σκίζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω, αφαιρώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tina a enlevé toute l'ancienne installation de la maison et a mis en place de nouvelles installations électriques.
Η Τίνα αφαίρεσε όλες τις παλιές καλωδιώσεις του σπιτιού της και τοποθέτησε νέες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.

προκαλώ

(des informations, une réponse) (αντίδραση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ο Τζακ έκανε δεκάδες ερωτήσεις στην Ελίζα, αλλά καμιά απ' αυτές δεν πήρε απάντηση.

αποσπώ, εκμαιεύω

(des informations, une réponse) (έμμεσα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω, αφαιρώ, περικόπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Είχε ένα χαλασμένο δόντι, το οποίο έπρεπε να αφαιρέσει.

αρπάζω, κλέβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les cambrioleurs ont volé les diamants du présentoir à bijoux.

αρπάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La mouette est descendue en flèche et a arraché le sandwich des mains de Lisa.
Ο γλάρος έκανε βουτιά προς τα κάτω και άρπαξε το σάντουϊτς από το χέρι της Λίζας.

τραβάω, τραβώ

(απότομα, με δύναμη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Si tu tires sur la corde d'un coup sec, la cloche va commencer à se balancer.
Αν τραβήξεις απότομα αυτό το σχοινί, το καμπανάκι θα αρχίσει να κουνιέται.

γρήγορη κίνηση

(για να αρπάξω κτ)

Le voleur n'a pas réussi à saisir (or: arracher) le téléphone d'Alex.
Η γρήγορη κίνηση του κλέφτη για να αρπάξει το τηλέφωνο του Άλεξ ήταν ανεπιτυχής.

αποσπώ

verbe transitif (des informations) (πληροφορίες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le pirate informatique avait soutiré des informations sensibles sur le site du gouvernement.
Ο χάκερ απέσπασε ορισμένες ευαίσθητες πληροφορίες από την ιστοσελίδα της κυβέρνησης.

σκάβω

verbe transitif (les yeux,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σπάω

verbe transitif (και αποκόπτω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

απομακρύνω κτ με ένα χτύπημα

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
L'homme a cassé un morceau du rocher avec une masse.

σκισμένος

adjectif

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Emily a mis la bande déchirée du bas de la facture dans une enveloppe avec un chèque.

σκισμένος

adjectif

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

βιάζομαι να αποκτήσω κάτι

verbe pronominal (changement de sujet : tickets,...)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Les billets se sont arrachés le matin même de leur mise en vente.

ξεριζώνω το κακό

locution verbale (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
L'instituteur croyait qu'il était de son devoir d'arracher le mal à la racine chez ses élèves.

κουνιέμαι

verbe pronominal (familier) (μεταφορικά, αργκό)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αποσπώ με τη βία

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le policier a réussi à arracher le pistolet des mains du tireur.

αποσπώ κτ από κτ

(με δυσκολία)

Les voleurs arrachèrent le portefeuille des mains de Bill.

σκίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κόβω κομμάτι δαγκώνοντας

Durant la bagarre, un des garçons a arraché un morceau d'oreille de l'autre garçon avec les dents.

ξεκολλάω

(καθομιλουμένη, μτφ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Une fois que mon fils a eu son ordinateur portable, j'ai eu toutes les peines du monde à l'en arracher.

ξεκολλώ κπ από κτ

(figuré, familier) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

συνέρχομαι γρήγορα από κτ

(des pensées,...)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παίρνω κτ από κτ, βγάζω κτ από κτ

(με τις άκρες των δαχτύλων)

Lucy arracha un morceau à la boule de pâte à biscuits et le déposa sur la plaque de cuisson.
Η Λούσυ πήρε ένα κομμάτι από το ζυμάρι των μπισκότων και το έβαλε στο ταψί ψησίματος.

σφάζω, δγέρνω

(figuré, familier) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ma mère va m'arracher les yeux si elle voit que j'ai perdu mon cartable.

ξεκολλώ

(μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αποσπώ κτ από κτ

(με δυσκολία)

εκμαιεύω κτ από κτ

(des informations, une réponse)

L'enseignant tenta d'obtenir la bonne réponse des élèves.

ξεκολλώ από κτ

(μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σπάω κτ από κτ

Jason cassa une branche d'arbre pour s'en servir comme bois de chauffage.

τραβάω κπ/κτ από κτ, βγάζω κπ/κτ από κτ

παίρνω κτ από κπ

Son ami lui a pris la télévision.
Ο φίλος του, του πήρε την τηλεόραση.

κόβω κτ δαγκώνοντάς το

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αρπάζω κτ από κπ/κτ

Emily a arraché l'arme à son adversaire.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του arraché στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του arraché

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.