Τι σημαίνει το arrêt στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης arrêt στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του arrêt στο Γαλλικά.

Η λέξη arrêt στο Γαλλικά σημαίνει στάση, παύση, διακοπή, στάση, μπλοκάρισμα, απόκρουση, στάση, κλείσιμο, ακινητοποίηση, διακοπή, στάση, στάση, ακινητοποίηση, ακινησία, διακοπή, παύση, σύντομη στάση, ανακοπή, διακοπή, στάση, πιάσιμο, down, ντάουν, off, πιάσιμο, διάταγμα, παύση, στάση, στάση, απόφαση, παύση, ματαίωση, στάση, διακοπή, παύση, ενδιάμεσος σταθμός, φλυαρώ, κατάσχεση, σηματοδοτώ το τέλος του/της, στριφώνω, διακοπής, παύσης, σε θέση short, συνεχώς, συνεχώς, διαρκώς, αδιαλείπτως, αδιάκοπα, ασταμάτητα, αδιάκοπα, αδυσώπητα, διακοπή, στρόφιγγα, σουγιάς, αμυντική θέση μπέιζμπολ, αναρρωτική, οφειλέτης του οποίου οι μισθοί κατάσχονται, στάση λεωοφορείου, απόλυτη στάση, ένταλμα συλλήψεως, ένταλμα σύλληψης, κυνηγόσκυλο, λαγωνικό, ανακοπή, κέντρο κράτησης, καρδιακή ανεπάρκεια, συγκοπή, διακόπτης, στάση, πιτ στοπ, αναρρωτική άδεια, διακόπτης έκτακτης ανάγκης, λωρίδα επείγουσας ανάγκης, λωρίδα έκτακτης ανάγκης, κλείδωμα πλήκτρου κύλισης, διακοπή καπνίσματος, παράλυση, απότομο σταμάτημα, εντολή εκτέλεσης, παύω, σταματώ, σε ακινησία, λωρίδα έκτακτης ανάγκης, στιγμιότυπο, παίκτης μεταξύ δεύτερης και τρίτης βάσης, απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι, άδεια από τη σημαία, εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι, μιλάω ακατάπαυστα για κτ, κατάσχω, κλείνω προσωρινά, παύση, διακοπή, πόιντερ, πλήρης στάση, διακοπή, κατάσχω, του τελειώματος, σε αχρηστία, χαρτί γιατρού. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης arrêt

στάση

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Les feux semblaient prendre une éternité pour passer au vert, et notre arrêt à cet endroit interminable.
Το φανάρι έμοιαζε να κάνει ώρες να αλλάξει και η ακινητοποίησή μας φαινόταν να μην τελειώνει.

παύση, διακοπή

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nous demandons un arrêt du combat.
Ζητάμε την παύση των εχθροπραξιών.

στάση

(bus, train)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le train est arrivé à mon arrêt. Le passager du bus a appuyé sur le bouton pour demander le prochain arrêt.
Το τρένο έφτασε στην τελευταία στάση του. Ο επιβάτης του λεωφορείου πάτησε το κουμπί για την επόμενη στάση.

μπλοκάρισμα

nom masculin (Sports)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le défenseur s'est avancé pour faire un arrêt.

απόκρουση

nom masculin (Football)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sans l'arrêt du gardien, le match aurait fini sur un match nul.

στάση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nous avons profité d'une halte de quelques jours chez Fred avant de continuer notre voyage.

κλείσιμο

(d'un ordinateur)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
L'arrêt de cet ordinateur prend des plombes.

ακινητοποίηση

nom masculin (immobilité)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La circulation à l'arrêt sur l'autoroute m'a fait arriver en retard au travail.

διακοπή

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στάση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nous avons fait un arrêt (or: une pause) après les 450 premiers kilomètres. Il faut vraiment que je fasse une pause ; est-ce que tu peux t'arrêter à l'aire de repos ?

στάση

nom masculin (en gare)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Je dois descendre au prochain arrêt.

ακινητοποίηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
L'arrêt du train était dû à une défaillance technique.
Η ακινητοποίηση του τρένου οφειλόταν σε τεχνικό πρόβλημα.

ακινησία

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le retrait du financement du conseil municipal a entraîné l'arrêt du projet de construction d'une nouvelle piste cyclable.

διακοπή, παύση

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σύντομη στάση

(voyage court) (σε διαδρομή)

ανακοπή

nom masculin (acte d'arrêter)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Il a été victime d'un arrêt cardiaque : son cœur a cessé de battre.
'Επαθε καρδιακή ανακοπή -- η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά.

διακοπή

nom masculin (για ταξίδι)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στάση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πιάσιμο

(Sports)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Το πιάσιμο της μπάλας απ' τον τερματοφύλακα ήταν θεαματικό!

down, ντάουν

nom masculin (Sports)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
L'arbitre a sifflé un arrêt de jeu.

off

nom masculin (machine, appareil)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Appuyez sur "arrêt" pour stopper la machine.
Πιέστε “κλειστόν” για να σταματήσετε τη μηχανή.

πιάσιμο

nom masculin (Sports) (της μπάλας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
L'arrêt du gardien a sauvé le jeu pour l'équipe locale.

διάταγμα

(gouvernement, autorité religieuse)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le Juge a émis un décret interdisant au prévenu de quitter l'État.

παύση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στάση

(long voyage) (σύντομη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nous avons fait une courte escale à New York mais malheureusement nous n'avons pas eu suffisamment de temps pour faire du tourisme.

στάση

(long voyage)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Seattle a été notre escale lors de notre voyage à Hawaï.

απόφαση

(Droit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le jury devrait bientôt rendre son jugement.

παύση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Jim croyait que Steve avait fini de parler, mais ce n'était qu'une pause.

ματαίωση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

στάση

(long voyage)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

διακοπή, παύση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Υπήρξε μια σύντομη παύση στη μάχη, αλλά σύντομα η ανακωχή διεκόπη.

ενδιάμεσος σταθμός

(long voyage) (σε διαδρομή)

φλυαρώ

(familier, péjoratif)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Je ne veux plus aller en réunion avec elle : elle jacasse pendant des heures.

κατάσχεση

nom masculin (Droit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σηματοδοτώ το τέλος του/της

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στριφώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

διακοπής, παύσης

locution adjectivale (σε γενική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σε θέση short

nom masculin (Base-ball)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Daniels joue en troisième base, tandis que James est en arrêt-court.

συνεχώς

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
On entend ces mêmes plaintes sans arrêt.
Ακούμε τα ίδια παράπονα συνεχώς.

συνεχώς, διαρκώς, αδιαλείπτως, αδιάκοπα

adverbe

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

ασταμάτητα, αδιάκοπα, αδυσώπητα

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

διακοπή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
L'une des machines est tombée en panne, ce qui a occasionné un temps d'arrêt de plusieurs heures le temps de la réparer.
Χάλασε ένα από τα μηχανήματα του εργοστασίου, με αποτέλεσμα να υπάρξει διακοπή αρκετών ωρών ενώ προσπαθούσαν να το επισκευάσουν οι τεχνικοί συντήρησης.

στρόφιγγα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σουγιάς

nom masculin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αμυντική θέση μπέιζμπολ

nom masculin

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αναρρωτική

nom masculin

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

οφειλέτης του οποίου οι μισθοί κατάσχονται

locution adjectivale

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

στάση λεωοφορείου

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Στη στάση λεωφορείου περίμεναν τρεις επιβάτες.

απόλυτη στάση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ils ont entendu un grand boum dans le moteur et la voiture s'est mise à l'arrêt complet.

ένταλμα συλλήψεως, ένταλμα σύλληψης

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κυνηγόσκυλο, λαγωνικό

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ανακοπή

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le patient est mort d'un arrêt cardiaque ce matin.

κέντρο κράτησης

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καρδιακή ανεπάρκεια, συγκοπή

(maladie chronique)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Πέθανε από συγκοπή στην ηλικία των 32 χρόνων. Επειδή ήταν παχύς, κινδύνευε να πάθει συγκοπή.

διακόπτης

nom masculin

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Le bouton marche-arrêt de mon lecteur DVD est cassé. Où est le bouton marche-arrêt de la chaîne hi-fi ?
Ο διακόπτης του DVD μου έχει σπάσει. Που είναι ο διακόπτης του στερεοφωνικού;

στάση

nom masculin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πιτ στοπ

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
S'il ne fait plus d'arrêt au stand, il est désormais sûr de gagner la course.

αναρρωτική άδεια

nom masculin

Le prof de Freddy est en arrêt maladie depuis au moins trois semaines.
Ο δάσκαλος του Φρέντυ λείπει με αναρρωτική άδεια εδώ και τρεις εβδομάδες ή και περισσότερο.

διακόπτης έκτακτης ανάγκης

nom masculin

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Cette machine à poinçonner le métal est équipée d'un dispositif d'arrêt d'urgence.

λωρίδα επείγουσας ανάγκης, λωρίδα έκτακτης ανάγκης

nom féminin

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κλείδωμα πλήκτρου κύλισης

nom féminin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

διακοπή καπνίσματος

nom masculin

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παράλυση

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Un camion retourné a provoqué l'arrêt complet de la circulation.

απότομο σταμάτημα

nom masculin

εντολή εκτέλεσης

(θανατική ποινή)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

παύω, σταματώ

(directement)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Το μηχάνημα χάλασε κι έτσι ο εργοδηγός έβαλε τέρμα στην εργασία.

σε ακινησία

locution adverbiale

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Le camion était à l'arrêt quand l'accident a eu lieu.

λωρίδα έκτακτης ανάγκης

nom féminin (sur les autoroutes)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Rick s'est arrêté sur la bande d'arrêt d'urgence pour voir quel était le bruit métallique étrange que sa voiture faisait.
Ο Ρικ σταμάτησε στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης (or: ΛΕΑ) για να εξετάσει το παράξενο κουδούνισμα που έκανε το αυτοκίνητο.

στιγμιότυπο

(figuré)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Αυτό το μυθιστόρημα είναι ένα στιγμιότυπο από τη ζωή στην αγροτική Βρετανία στο τέλος του αιώνα.

παίκτης μεταξύ δεύτερης και τρίτης βάσης

nom masculin (μπέιζμπολ)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

απεξάρτηση χωρίς φάρμακα, κόψιμο μαχαίρι

nom masculin (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Certains pensent que l'arrêt net (or: brutal) est la seule manière de vaincre une addiction.

άδεια από τη σημαία

(καθομιλουμένη, μτφ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εκπλήσσομαι, ξαφνιάζομαι

locution verbale

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'ai marqué un temps d'arrêt quand j'ai vu Richard : il avait l'air complètement différent sans barbe !

μιλάω ακατάπαυστα για κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατάσχω

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κλείνω προσωρινά

locution verbale (une usine)

παύση, διακοπή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Πραγματοποιήθηκε παύση σε όλες τις συναλλαγές όσο η τράπεζα ερευνούσε την παραβίαση ασφαλείας.

πόιντερ

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πλήρης στάση

nom masculin

La police vous verbalisera si vous n'effectuez pas un arrêt complet au stop.

διακοπή

nom masculin (Sports)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατάσχω

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

του τελειώματος

locution adjectivale (Tricot)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σε αχρηστία

locution adverbiale (machine)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le nouvel équipement demeurait à l'arrêt dans l'entrepôt à cause d'une bureaucratie sans fin.
Ο καινούριος εξοπλισμός παρέμεινε αχρησιμοποίητος στην αποθήκη λόγω της ατελείωτης γραφειοκρατίας.

χαρτί γιατρού

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του arrêt στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του arrêt

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.