Τι σημαίνει το bay στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης bay στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του bay στο Αγγλικά.

Η λέξη bay στο Αγγλικά σημαίνει κόλπος, εσοχή, δάφνη, κοκκινωπό άλογο, κεραμιδί άλογο, ουρλιάζω, κεραμιδής, κοκκινωπός, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, δάφνη, διαμέρισμα, ουρλιαχτό, παράθυρο σε προεξοχή, λεκανοπέδιο, λιβάδι που φτάνει στην αρχή του δάσους, διαμέρισμα, αποβάθρα όπου σταματάνε οι ράγες, σε κάποια απόσταση, Bay Area, φύλλο δάφνης, φύλλα δάφνης, δαφνόφυλλα, παράθυρο σε προεξοχή, κρατάω κτ/κπ μακριά, κρατάω κτ/κπ μακριά μου, αποβάθρα φόρτωσης, εξέδρα φόρτωσης, νοσηλευτήριο, θεραπευτήριο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης bay

κόλπος

noun (cove)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The ship sailed into the bay at sunset.
Το πλοίο έπλευσε στον κόλπο κατά τη δύση του ηλίου.

εσοχή

noun (alcove) (σε κτήριο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The delivery truck should arrive at the bay around 3:00.
Το φορτηγό παράδοσης πρέπει να φτάσει στην εσοχή περίπου στις 3:00.

δάφνη

noun (herb used in cooking)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Lucinda's secret ingredient in her chicken recipe is bay.
Το μυστικό συστατικό στη συνταγή με το κοτόπουλο της Λουσίντα είναι η δάφνη.

κοκκινωπό άλογο, κεραμιδί άλογο

noun (reddish-brown horse)

Fiona placed a bet on the bay at the big race.
Η Φιόνα έβαλε στοίχημα στο κοκκινωπό άλογο στον μεγάλο αγώνα.

ουρλιάζω

intransitive verb (howl)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
On moonlit nights, you can hear wolves baying at the moon.
Τις φεγγαρόλουστες νύχτες μπορείς να ακούσεις λύκους να ουρλιάζουν στο φεγγάρι.

κεραμιδής, κοκκινωπός

adjective (horse: reddish brown)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
A bay mare and her foal trotted through the meadow.

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

noun (place for connections)

δάφνη

noun (shrub: laurel) (φυτό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Sam spent the morning pruning the bay in front of the house.

διαμέρισμα

noun (compartment on ship, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The ship's cargo is stored in the bay below deck.

ουρλιαχτό

noun (howl)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The coyote's bay echoed for miles.

παράθυρο σε προεξοχή

noun (window)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Heather likes to curl up with a good book in the bay on a rainy day.

λεκανοπέδιο

noun (lowland)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

λιβάδι που φτάνει στην αρχή του δάσους

noun (US (prairie land)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

διαμέρισμα

noun (aircraft compartment)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
One member of the plane's crew is always monitoring the bomb bay.

αποβάθρα όπου σταματάνε οι ράγες

noun (UK (area of rail platform)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σε κάποια απόσταση

adverb (at a distance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I wasn't ready to talk to my boss, so Jan kept him at bay for as long as she could.

Bay Area

noun (area around San Francisco, USA) (περιοχή γύρω από το Σαν Φραντσίσκο στις ΗΠΑ)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
Though not the largest city in the Bay Area, San Francisco is its cultural and financial center.

φύλλο δάφνης

noun (aromatic leaf used in cooking)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Whenever I make a casserole, I add a bay leaf from my garden.
Όποτε φτιάχνω φαγητό στη γάστρα, προσθέτω ένα φύλλο δάφνης από τον κήπο μου.

φύλλα δάφνης, δαφνόφυλλα

plural noun (dried leaves used as seasoning)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Bay leaves make a wonderful addition to stews.

παράθυρο σε προεξοχή

noun (window: projects outwards)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
You can see the garden through the bay window.

κρατάω κτ/κπ μακριά, κρατάω κτ/κπ μακριά μου

verbal expression (figurative (prevent getting closer)

Vaccination is the most effective way to keep the flu at bay.

αποβάθρα φόρτωσης, εξέδρα φόρτωσης

noun (dock where cargo is loaded)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The truck reversed from the road to the loading bay.

νοσηλευτήριο, θεραπευτήριο

noun (infirmary)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The soldier reported immediately to sick bay.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του bay στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του bay

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.