Τι σημαίνει το cama στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cama στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cama στο ισπανικά.

Η λέξη cama στο ισπανικά σημαίνει κρεβάτι, κλίνη, υπόστρωμα, στρώση, πλεκτάνη, σκευωρία, υπόστρωμα, κρεβάτι, σεντόνια, ρόμπα, ρόμπα, κουκέτα, λευκά είδη, πάω για ύπνο, πάω να κοιμηθώ, σηκώνομαι από το κρεβάτι, κουκέτες, διπλό κρεβάτι, σηκώνομαι, κλινήρης, κρεβατωμένος, που χτυπήθηκε από αρρώστια, στο κρεβάτι, λευκά είδη, τραμπολίνο, κλινάμαξα, σολάριουμ, κρεβάτι για τεχνητό μαύρισμα, φουσκωτό στρώμα, σκελετός του κρεβατιού, καναπές, υπόστρωμα box-spring, υπόστρωμα τύπου box-spring, στύλος κρεβατιού, κρεβάτι με ουρανό, κλινάμαξα, βρέχω το κρεββάτι μου, υπέρδιπλο κρεβάτι, υπέρδιπλο κρεβάτι, καναπές-κρεβάτι, σεντόνια, σκεπάσματα, διπλό κρεβάτι, πτυσσόμενο κρεβάτι, σπαστό κρεβάτι, κρεβάτι με ουρανό, αποσπώμενο κρεβάτι, μονό κρεβάτι, κλινάμαξα, κατάκλιση, υπέρδιπλο κρεβάτι, σολάριουμ, το καλύτερο, σαραντισμός, συρταρωτό κρεβάτι, πούλμαν, κρεβάτι, στρώνω το κρεβάτι, στρώνω το κρεβάτι μου, βάζω κπ για ύπνο, σηκώνομαι από το κρεβάτι, πάω πίσω στο κρεβάτι, ξαναπέφτω στο κρεβάτι, στρώνω το κρεβάτι, ετοιμάζομαι για ύπνο, βρέχω το κρεβάτι, στριφογυρίζω, συνευρίσκομαι ερωτικά, πάω για ύπνο, πέφτω για ύπνο, ζω στο χώρο εργασίας, τη στήνω, εξουθενώνω, εσωτερικός, ξαπλωμένος, άδικη καταδίκη, κομπίνα, λευκά είδη, κοιμάμαι μέχρι αργά, ζω σε δικό μου χώρο, μένω σε δικό μου χώρο, κοιμίζω, εξαντλώ, εξουθενώνω, παγιδεύω, κρεββάτι που μοιράζεται με βάρδιες, ετοιμάζω για τον ύπνο, ετοιμάζω για τη νύχτα, μοιράζομαι ένα κρεββάτι με βάρδιες, πηδιέμαι, γαμιέμαι, τη στήνω, νοσοκομειακή κλίνη, κους-κους στο κρεββάτι, νυκτερινή ενούρηση, πτυσσόμενος καναπές. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cama

κρεβάτι

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Voy a poner sábanas limpias en tu cama.
Θα στρώσω καθαρά σεντόνια στο κρεβάτι σου.

κλίνη

nombre femenino (επίσημο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La habitación tiene seis camas y una vista sobre el terreno del hospital.
Ο θάλαμος έχει έξι κρεβάτια και θέα στον εξωτερικό χώρο του νοσοκομείου.

υπόστρωμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El camino estaba hecho de alquitrán y piedras sobre una cama de grava.
Ο δρόμος ήταν φτιαγμένος από πίσσα και πέτρες, πάνω σε ένα υπόστρωμα από χαλίκι.

στρώση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La ensalada estaba servida sobre una cama de lechuga.

πλεκτάνη, σκευωρία

nombre femenino (figurado, coloquial)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Fue víctima de una cama, la policía había colocado la evidencia en su auto.
Το αγόρι είπε ότι του την έστησαν και ότι η αδερφή του ήταν εκείνη που έφαγε τα μπισκότα. Έπεσε θύμα πλεκτάνης, οι αστυνομικοί φύτεψαν τα αποδεικτικά στοιχεία στο αυτοκίνητό του.

υπόστρωμα

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La cama para conejos está a la venta en la tienda de accesorios para mascotas.

κρεβάτι

nombre femenino (figurado) (μτφ: εκεί που κοιμάμαι)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Lo siento, pero esta noche tu cama es el sofá.
Λυπάμαι, αλλά ο καναπές θα είναι το κρεβάτι σου γι' απόψε.

σεντόνια

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Las habitaciones están equipadas con un colchón blando y con sábanas limpias.

ρόμπα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Oliver se puso una bata sobre el pijama antes de abrir la puerta.
Ο Όλιβερ φόρεσε μια ρόμπα πάνω από τις πιτζάμες του προτού ανοίξει την πόρτα.

ρόμπα

(ένδυμα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κουκέτα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Lisa duerme en la litera de arriba y Ella en la de abajo.

λευκά είδη

πάω για ύπνο, πάω να κοιμηθώ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Es pasada la medianoche y es hora de acostarme.
Είναι περασμένα μεσάνυχτα και είναι ώρα να πάω για ύπνο.

σηκώνομαι από το κρεβάτι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El profesor estaba siempre despeinado como si estuviese recién levantado. // Los niños normalmente se levantan tarde los domingos.
Τα μαλλιά του καθηγητή ήταν πάντα ανακατεμένα σαν να είχε μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι.

κουκέτες

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Mi hermano y yo dormimos en literas.
Κοιμόμαστε σε κουκέτες με τον αδελφό μου.

διπλό κρεβάτι

(έπιπλο)

Laura solía tener una cama individual, pero cuando su novio se mudó con ella, compró una doble.

σηκώνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Es mediodía y Eugene todavía no se ha levantado.

κλινήρης

(επίσημο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

κρεβατωμένος

(καθομιλουμένη)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Estuve en cama con gripe toda la semana y no pude ir a trabajar.

που χτυπήθηκε από αρρώστια

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Durante varios días estuvo postrado en cama aquejado por la fiebre.

στο κρεβάτι

locución adverbial (eufemismo) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los rumores dicen que es bueno en la cama.

λευκά είδη

Tom cambió la ropa blanca de su cama.
Ο Τομ άλλαξε τα σεντόνια στο κρεββάτι του.

τραμπολίνο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Los niños menores de 6 años no pueden saltar en la cama elástica.
Τα παιδιά κάτω των έξι ετών δεν επιτρέπεται να ανεβαίνουν στο τραμπολίνο.

κλινάμαξα

(de un tren)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Puedes reservar un asiento común en el tren, o un lugar en el coche dormitorio.

σολάριουμ

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
La cama solar aumenta el riesgo de contraer cáncer.

κρεβάτι για τεχνητό μαύρισμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φουσκωτό στρώμα

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σκελετός του κρεβατιού

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καναπές

locución nominal femenina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

υπόστρωμα box-spring, υπόστρωμα τύπου box-spring

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στύλος κρεβατιού

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κρεβάτι με ουρανό

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κλινάμαξα

locución nominal masculina (καμπίνα τρένου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βρέχω το κρεββάτι μου

locución verbal (orinarse)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υπέρδιπλο κρεβάτι

La habitación del hotel era lujosa: tenía una cama king-size.

υπέρδιπλο κρεβάτι

(voz inglesa)

La cama queen size es más larga y más ancha que la cama doble común.

καναπές-κρεβάτι

locución nominal masculina

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Viene bien tener un sofá cama para que duerman los invitados.

σεντόνια, σκεπάσματα

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Parte de su trabajo era poner la ropa de cama sucia en la lavadora.

διπλό κρεβάτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Tiene una habitación con cama matrimonial y baño en suite?
Έχεις στην κρεβατοκάμαρα διπλό κρεβάτι με εσωτερικό μπάνιο;

πτυσσόμενο κρεβάτι, σπαστό κρεβάτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Sacó la cama plegable del armario para que duerman sus invitados.

κρεβάτι με ουρανό

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Mis abuelos tienen una cama con dosel.

αποσπώμενο κρεβάτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μονό κρεβάτι

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κλινάμαξα

nombre masculino (ES)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κατάκλιση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El médico recomendó reposo absoluto y muchos líquidos para ayudar en la recuperación.

υπέρδιπλο κρεβάτι

(voz inglesa)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Todas las habitaciones dobles de este hotel tienen cama queen size.

σολάριουμ

locución nominal femenina (κρεβάτι)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Ese actor es fanático de la cama solar; está bronceado todo el año.

το καλύτερο

(figurado)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σαραντισμός

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

συρταρωτό κρεβάτι

πούλμαν

locución nominal masculina

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

κρεβάτι

(ES, relación)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ya no se acostaban juntos.

στρώνω το κρεβάτι

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cada mañana, mi mamá insiste en que haga la cama antes de irme a la escuela.

στρώνω το κρεβάτι μου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Todos los días hago lo cama antes de salir de casa.

βάζω κπ για ύπνο

locución verbal (literal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
De lunes a viernes, meto a mis hijos en la cama a las 10

σηκώνομαι από το κρεβάτι

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Estaba enfermo hoy y no quería salir de la cama.

πάω πίσω στο κρεβάτι, ξαναπέφτω στο κρεβάτι

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cuando vi que afuera llovía, decidí volver a la cama.

στρώνω το κρεβάτι

Ahora que usamos edredones en vez de sábanas y frazadas, hacer la cama es mucho más fácil.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Τώρα που χρησιμοποιούμε παπλώματα αντί για σεντόνια και κουβέρτες, το να στρώνεις το κρεβάτι είναι πολύ πιο εύκολο. Η κυρία Νέλσον επιμένει να στρώνουν τα παιδιά τα κρεβάτια τους κάθε πρωί.

ετοιμάζομαι για ύπνο

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρέχω το κρεβάτι

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No podía dormir en la casa de un amiguito, porque todavía mojaba la cama.

στριφογυρίζω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

συνευρίσκομαι ερωτικά

(με κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Él sostenía que las personas allí no tenían sentido de la decencia y que lo hacían unos con otros en público cada vez que sentían la necesidad.
Παρατήρησε ότι οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν αίσθηση της αιδούς και έσμιγαν δημοσίως όποτε είχαν ορμές.

πάω για ύπνο, πέφτω για ύπνο

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Generalmente me voy a la cama a eso de las once.
Συνήθως πάω για ύπνο γύρω στις 11.

ζω στο χώρο εργασίας

locución adjetiva (coloquial)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El hotel tiene empleados cama adentro para que no tengan que viajar hasta sus casas después del trabajo.
Το προσωπικό του ξενοδοχείου ζει στον χώρο εργασίας του, οπότε δεν χρειάζεται να πηγαίνουν σπίτι μετά τη δουλειά.

τη στήνω

(coloquial) (καθομ, μτφ: σε κάποιον)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No era culpable, la policía le había hecho una cama

εξουθενώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

εσωτερικός

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ξαπλωμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Dame por lo menos un hora para llegar porque todavía estoy en la cama.

άδικη καταδίκη

locución verbal (coloquial)

A ese pobre tipo le hicieron la cama y terminó preso.

κομπίνα

locución verbal (coloquial)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Él es inocente, pero le hicieron una cama y cayó preso.

λευκά είδη

locución nominal femenina

La empresa fabrica ropa de cama para habitaciones de hotel.

κοιμάμαι μέχρι αργά

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Me voy a quedar acostado hoy porque ayer estuve hasta tarde festejando mi cumpleaños.
Θα κοιμηθώ μέχρι αργά σήμερα το πρωί, γιατί χτες το βράδυ βγήκα για τα γενέθλιά μου. Οι νιόπαντροι απολάμβαναν να κοιμούνται μέχρι αργά τις Κυριακές.

ζω σε δικό μου χώρο, μένω σε δικό μου χώρο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La cuidadora de mi abuelo vive cama afuera, pero pasa 12 horas en su casa.

κοιμίζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El cura lo hizo pasar, lo invitó a compartir su cena y le dio cama donde pasar la noche.

εξαντλώ, εξουθενώνω

locución verbal (figurado, coloquial) (αργκό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Este calor me va a dejar de cama.
Αυτή η ζέστη θα με εξουθενώσει.

παγιδεύω

expresión (AR, coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Es un paranoico que piensa que la gente siempre está tratando de hacerle una cama.
Είναι πραγματικά παρανοϊκός και πάντα νομίζει ότι οι άλλοι προσπαθούν να τον παγιδεύσουν.

κρεββάτι που μοιράζεται με βάρδιες

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ετοιμάζω για τον ύπνο, ετοιμάζω για τη νύχτα

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El servicio del hotel había abierto la cama y había dejado un chocolate sobre la almohada.
Η καθαρίστρια του ξενοδοχείου είχε ετοιμάσει τα σεντόνια για τη νύχτα και είχε αφήσει ένα σοκολατάκι στο μαξιλάρι.

μοιράζομαι ένα κρεββάτι με βάρδιες

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πηδιέμαι, γαμιέμαι

locución verbal (αργκό, χυδαίο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Si esperas que me vaya a la cama en la primera cita, ¡estás muy equivocado!
Αν νομίζεις ότι θα πηδηχτώ από το πρώτο ραντεβού, γελιέσαι!

τη στήνω

(αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La policía me tendió una trampa. ¡Te lo juro! ¡Yo no fui!
Η αστυνομία με παγίδευσε σας λέω! Δεν το έκανα εγώ!

νοσοκομειακή κλίνη

(επίσημο)

κους-κους στο κρεββάτι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

νυκτερινή ενούρηση

πτυσσόμενος καναπές

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cama στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.