Τι σημαίνει το colocar στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης colocar στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του colocar στο ισπανικά.

Η λέξη colocar στο ισπανικά σημαίνει τακτοποιώ, ταξινομώ, κατατάσσω, εγκαθιστώ, τοποθετώ, σφηνώνω, ετοιμάζω, προετοιμάζω, τοποθετώ, βάζω, τοποθετώ, τοποθετώ, βάζω, τοποθετώ, βάζω, στέλνω, διορίζω, στέλνω, στρώνω, απλώνω, ακουμπάω, ακουμπώ, προσαρμόζω, στήνω, βάζω, τοποθετώ, τοποθετώ, βάζω, τοποθετώ, βάζω, ανατάσσω, τοποθετώ, τοποθετώ, ακουμπάω, βρίσκομαι, τοποθετώ, βάζω, τοποθετώ, τοποθετώ, βάζω, τακτοποιώ, στήνω, στήνω, κρεμάω, κρεμώ, αφήνω, στήνω, χωροθετώ, βάζω σε νάρθηκα, παραπετώ, χάνω, βάζω, τοποθετώ, τοποθετώ μπροστά από, τοποθετώ το ένα δίπλα στο άλλο, βάζω στην σειρά, βάζω ανά διαστήματα, βάζω στη θέση του, τοποθετώ την μπάλα στον μικρό πάσσαλο, στρώνω κτ από κάτω, βάζω αεροστόπ, προστατεύω από ρεύματα αέρος, βάζω μεντεσέ, συνδυάζω κτ με κτ, επιστρέφω, μετακινώ κτ προς τα εμπρός, εξιτάρω με ναρκωτικά, μπαίνω μαθητευόμενος σε κτ, με βάζουν μαθητευόμενο σε κτ, κρεμάω κτ σε κτ, ξανακαρφιτσώνω, βάζω κοριό σε κπ, βάζω, διορίζω, τοποθετώ, βάζω να καθίσει, βάζω κρίκο σε κτ, περνάω κρίκο σε κτ, τοποθετώ, χωρίζω σε ζευγάρια, βάζω σίτα σε κτ, διορίζω, βάζω σπιρούνια σε κτ, βάζω το βέλος στο τόξο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης colocar

τακτοποιώ, ταξινομώ, κατατάσσω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocó los libros en orden alfabético.
Τακτοποίησε τα βιβλία με αλφαβητική σειρά.

εγκαθιστώ

verbo transitivo (a alguien en un puesto o cargo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El presidente colocó a un nuevo juez de la Corte Suprema.

τοποθετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σφηνώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alan colocó el libro entre los otros que había en la estantería.
Ο Άλαν σφήνωσε το βιβλίο ανάμεσα στα υπόλοιπα που ήταν τοποθετημένα στο ράφι.

ετοιμάζω, προετοιμάζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sacó el tablero y colocó las piezas para jugar una partida de ajedrez.
Έβγαλε τη σκακιέρα και ετοίμασε τα πιόνια για μια παρτίδα σκάκι.

τοποθετώ, βάζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocó el libro en el estante.
Τοποθέτησε (or: Έβαλε) το βιβλίο στο ράφι.

τοποθετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocaron al niño con una familia en otra ciudad.

τοποθετώ, βάζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocó jarrones con flores en el comedor.

τοποθετώ, βάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Coloca los libros en orden cronológico.

στέλνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La colocaron en una de las mejores escuelas.

διορίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La agencia de empleo lo colocó casi inmediatamente.

στέλνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocó la bola en la esquina superior derecha de la red.

στρώνω, απλώνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Para hacer la vereda del jardín, Lucy colocó las losetas en la tierra.

ακουμπάω, ακουμπώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Coloca con cuidado la estatua en su pedestal.

προσαρμόζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Coloque el tocador en esa habitación, por favor.

στήνω, βάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Vinieron los contratistas a colocar los cimientos del edificio.
Οι εργολάβοι ήρθαν για να ρίξουν τα θεμέλια του κτηρίου.

τοποθετώ

verbo transitivo (πόρτα σε μεντεσέδες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los carpinteros colocaron la puerta sobre sus goznes.

τοποθετώ, βάζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El árbitro colocó el balón demasiado cerca de la línea de meta después del penalti.

τοποθετώ, βάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Hal colocó la pistola con firmeza en su funda.

ανατάσσω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Helen se había roto el brazo, así que el doctor colocó su hueso y enyesó su brazo.

τοποθετώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Prudence colocó el florero en el centro de la mesa.

τοποθετώ, ακουμπάω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él puso su vaso en el borde de la mesa.
Έβαλε το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού.

βρίσκομαι

(κπ/κτ βρίσκεται κάπου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La fábrica estaba situada fuera de la ciudad.
Το εργοστάσιο βρισκόταν έξω από την πόλη.

τοποθετώ, βάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La madre depositó al bebé en la cuna.
Η μητέρα έβαλε το μωρό στην κούνια.

τοποθετώ

(καθορίζω θέση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El entrenador posicionó a sus jugadores en el campo de juego.
Ο προπονητής τοποθέτησε τους παίκτες του στο γήπεδο της προπόνησης.

τοποθετώ, βάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puso el vaso en el borde de la mesa.
Τοποθέτησε (or: Έβαλε) το ποτήρι στην άκρη του τραπεζιού.

τακτοποιώ, στήνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puso las piezas de ajedrez en su sitio.

στήνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puso una ratonera para el ratón en su apartamento.

κρεμάω, κρεμώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
En Navidad, siempre ponemos (or: colocamos) luces alrededor de la casa.

αφήνω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στήνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los niños pusieron las fichas de dominó en posición vertical.

χωροθετώ

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Decidimos ubicarlo a veinte millas de aquí.

βάζω σε νάρθηκα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ten cuidado de no mover mucho la pierna cuando la entabilles.

παραπετώ, χάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Descoloqué la confianza en mi marido infiel.

βάζω, τοποθετώ

(παγίδα για κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Puso una trampa para ratones.
Έβαλε μια παγίδα για το ποντίκι.

τοποθετώ μπροστά από

(κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hacia los tres meses los bebés empiezan a fijar la mirada en los objetos colocados delante de ellos.
Σε 3 μήνες περίπου τα μωρά αρχίζουν να επικεντρώνουν τα μάτια τους σε αντικείμενα που τοποθετούνται μπροστά τους. Τοποθέτησε το πιάτο με τα μπισκότα μπροστά στη μητέρα του.

τοποθετώ το ένα δίπλα στο άλλο, βάζω στην σειρά

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Colocó las dos prendas una al lado de la otra para poder compararlas mejor.

βάζω ανά διαστήματα

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βάζω στη θέση του

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Coloca en su sitio la alfombra que no se puede abrir la puerta.

τοποθετώ την μπάλα στον μικρό πάσσαλο

locución verbal (golf) (γκολφ)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Scott estaba colocando la bola sobre el soporte cuando oyó un grito que venía del otro extremo del campo de golf.
Ο Σκοτ ετοιμαζόταν για το εναρκτήριο λάκτισμα, όταν άκουσε μια κραυγή από την απέναντι πλευρά του γηπέδου.

στρώνω κτ από κάτω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Poner debajo una alfombra lo hará durar más.

βάζω αεροστόπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προστατεύω από ρεύματα αέρος

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Desde que colocamos burletes en puertas y ventanas, mis gastos en calefacción han bajado un 10%.

βάζω μεντεσέ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El instalador colocó una bisagra en la puerta de la alacena.

συνδυάζω κτ με κτ

επιστρέφω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando acabes con el libro, ponlo de nuevo en el estante, por favor.
Όταν τελειώσεις το βιβλίο επίστρεψέ το σε παρακαλώ στο ράφι.

μετακινώ κτ προς τα εμπρός

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Para dar salida al material en stock, pon adelante los productos más antiguos, y detrás los más nuevos.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Θα μπορούσες να μετακινήσεις τις κονσέρβες που κοντεύουν να λήξουν προς τα εμπρός;

εξιτάρω με ναρκωτικά

(figurado, coloquial)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μπαίνω μαθητευόμενος σε κτ, με βάζουν μαθητευόμενο σε κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Muchos de los varones de la familia fueron colocados de aprendices en la fábrica.
Αρκετά από τα αγόρια της οικογένειας μπήκαν μαθητευόμενα στο εργοστάσιο.

κρεμάω κτ σε κτ

Helena cubrió el respaldo de la silla con su abrigo.
Η Έλεν έβαλε το παλτό της στην πλάτη της καρέκλας.

ξανακαρφιτσώνω

locución verbal (con alfiler)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βάζω κοριό σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La policía empezó a colocarle micrófonos ocultos hace ocho meses.
Η αστυνομία άρχισε να τον παρακολουθεί με κοριούς πριν από οχτώ μήνες.

βάζω

(κάποιον σε κατάσταση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su comportamiento la colocó en peligro.

διορίζω

(κπ σε κάτι, κπ ως κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lo colocaron como jefe del nuevo equipo de ventas.

τοποθετώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los trabajadores sociales colocaron al niño con una familia de acogida.

βάζω να καθίσει

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El acomodador nos sentó en la primera fila.

βάζω κρίκο σε κτ, περνάω κρίκο σε κτ

(al ganado bovino) (στα ζώα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El granjero colocó un anillo nasal al ganado para poder guiarlo.

τοποθετώ

(AmL, persona)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fue ubicado en el programa de aprendizaje acelerado.

χωρίζω σε ζευγάρια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Empareja a los estudiantes para el baile, cada niño debe ir con una niña.

βάζω σίτα σε κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Debemos poner tela de alambre en las ventanas para que no entren los insectos.

διορίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fue nombrado gerente de proyecto.
Διορίστηκε διαχειριστής έργου.

βάζω σπιρούνια σε κτ

(a las botas)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El vaquero puso espuelas en sus botas y agarró el revólver.

βάζω το βέλος στο τόξο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Robin Hood colocó otra flecha en el arco.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του colocar στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του colocar

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.