Τι σημαίνει το considering στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης considering στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του considering στο Αγγλικά.

Η λέξη considering στο Αγγλικά σημαίνει λαμβάνοντας υπόψιν, λαμβάνοντας υπόψη, δεδομένου ότι, με δεδομένο ότι, δεδομένων των συνθηκών, με τις δεδομένες συνθήκες, με αυτά τα δεδομένα, σκέφτομαι, σκέφτομαι, αναλογίζομαι, σκέφτομαι, αναλογίζομαι, θεωρώ ότι κπ είναι κτ, θεωρώ ότι κτ/κπ είναι, θεωρώ πως κτ/κπ είναι, θεωρώ ότι κπ/κτ είναι κτ, σκέφτομαι να κάνω κτ, παρατηρώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης considering

λαμβάνοντας υπόψιν, λαμβάνοντας υπόψη

preposition (given)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Considering Granddad's age, his recovery from the stroke is remarkable.
Δεδομένης της ηλικίας του παππού, είναι θαύμα το ότι συνήλθε από το εγκεφαλικό.

δεδομένου ότι, με δεδομένο ότι

conjunction (given that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Considering that you've decided to go, I'll come too.
Αφού αποφάσισες να πας, θα έρθω κι εγώ.

δεδομένων των συνθηκών, με τις δεδομένες συνθήκες, με αυτά τα δεδομένα

adverb (under the circumstances)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Angie has only lived in France for a month; her French is quite good, considering.

σκέφτομαι

transitive verb (take into account)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Have you considered the long-term consequences of this decision?
Έχεις λάβει υπόψη τις μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτής της απόφασης;

σκέφτομαι, αναλογίζομαι

transitive verb (reflect on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Consider the implications of that discovery!
Σκέψου (or: Αναλογίσου) τις συνέπειες αυτής της ανακάλυψης!

σκέφτομαι, αναλογίζομαι

transitive verb (weigh possibilities)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She considered her options and what to do next.
Ζύγισε τις επιλογές της και τις επόμενες ενέργειές της.

θεωρώ ότι κπ είναι κτ

verbal expression (with a noun: judge)

Shani is considered a good student.
Η Σάνυ θεωρείται καλή μαθήτρια.

θεωρώ ότι κτ/κπ είναι, θεωρώ πως κτ/κπ είναι

verbal expression (with a noun: judge as [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I consider my actions that day to be a mistake. Many consider Mozart's "Requiem" to be his masterpiece.
Θεωρώ ότι οι πράξεις μου εκείνη τη μέρα ήταν λανθασμένες.

θεωρώ ότι κπ/κτ είναι κτ

verbal expression (with an adjective: judge)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Many people today consider corporal punishment to be wrong.
Σήμερα, πολλοί θεωρούν ότι η σωματική ποινή είναι λάθος.

σκέφτομαι να κάνω κτ

verbal expression (think about doing [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Henry is considering taking up a sport.
Ο Χένρι σκέφτεται να ξεκινήσει ένα άθλημα.

παρατηρώ

transitive verb (look at)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She considered his face for a long time, and then smiled.
Περιεργάστηκε το πρόσωπό του για πολύ ώρα και μετά χαμογέλασε.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του considering στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του considering

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.