Τι σημαίνει το después στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης después στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του después στο ισπανικά.

Η λέξη después στο ισπανικά σημαίνει μετά, αργότερα, πίσω, μετά, μετά, έπειτα, μετά, αργότερα, αργότερα, μετά, έπειτα, με τη σειρά μου, μετά, κατόπιν, έπειτα, ως επακόλουθο, ως συνέπεια, μετά, έπειτα, τότε, έπειτα, μετά, μετά, μετά, αργότερα, ύστερα, έπειτα, μετά, στη συνέχεια, έπειτα, μετά, μετά από, μετά από, μετά από, αφού, κάτω από, μετά από, ύστερα από, μετά θάνατον ζωή, λοσιόν ξυρίσματος, μόλις, μετά από λίγο, ακολουθώ, μεταγευματικός, μετά το δείπνο, για μετά τον ήλιο, μετά από λίγο, εν τέλει, στο τέλος, τελικώς, τελικά, γενικά, συνολικά, μετά Χριστόν, σύντομα, σε λίγο, ταχέως, γρήγορα, κατόπιν αναθεώρησης, δεύτερης σκέψης, λίγο μετά, σήμερα το απόγευμα, εν τέλει, στο τέλος, σε τελευταία ανάλυση, στο κάτω κάτω της γραφής, μετά το κλείσιμο, μετά το σχολείο, λίγο μετά, λίγο αργότερα, ύστερα από λίγο, σύντομα, λίγο αργότερα, αμέσως μετά, μετά από πολλή σκέψη, με σύνεση, χρόνια αργότερα, αμέσως μετά, αμέσως μετά, και μετά, μετά από λίγο, μετά από κάποιο διάστημα, συνοδευτικό ποτό το οποίο πίνεται μετά την κατανάλωση αλκοόλ, άφτερ σέιβ, δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, το καλύτερο, σαραντισμός, μετά το σκι, η ζωή μετά θάνατον, η μετά θάνατον ζωή, αμέσως μετά, αμέσως μετά, λίγο μετά, λίγη ώρα μετά, για πολύ καιρό μετά, δευτερόλεπτα μετά, ακολουθώ, έπομαι, ακολουθώ, στοκάρω, δεν εμφανίζομαι στη δική, αφού απελευθερώθηκα με εγγύηση, τρέχω πίσω από κπ, μεταπολεμικός, κοντά, δευτερόλεπτα μετά, δευτερόλεπτα αργότερα, μετά από πολλή συζήτηση, εκτός ωραρίου, στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική, πέρασμα, σολομός θηλυκού γένους αφότου γεννήσει τα αυγά του, αύξηση των γεννήσεων στις ΗΠΑ μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, μετά, λίγο μετά, λίγο μετά, έρχομαι αμέσως μετά, ακολουθώ, συμβαίνω μετά, έρχομαι μετά, μεταθανάτιος, εκτός ωραρίου, εν τέλει, στο τέλος, τελικώς, τελικά, μέριμνα μετά την αγορά, μετά, εκτός από, φύλαξη παιδιών μετά το σχολείο, εκ των υστέρων, απρέ σκι, το χάπι της επόμενης ημέρας, μετα-, ακολουθώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης después

μετά, αργότερα

adverbio

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Se marchó muy enojado, pero tres horas después regresó.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Έφυγε θυμωμένος αλλά γύρισε δυο ώρες αργότερα.

πίσω, μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Nosotros vamos primero y ustedes nos siguen detrás.
Θα πάμε πρώτοι και μπορείς να μας ακολουθήσεις μετά.

μετά, έπειτα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Comamos y después vayamos al cine.
Ας φάμε και μετά πάμε σινεμά.

μετά

adverbio

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
Terminó su tarea y después fue al cine con sus amigos.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Πήγαμε να δούμε μια ταινία και μετά γευματίσαμε σε ένα ιταλικό εστιατόριο.

αργότερα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Trataremos ese tema después.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ξεκίνα με μια γενική περιγραφή και πρόσθεσε τις λεπτομέρειες αργότερα.

αργότερα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Σταμάτα να με πρήζεις για τον φράχτη. Θα τον φτιάξω αργότερα.

μετά, έπειτα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
No puedes subir al avión y después cambiar de opinión.
Δεν μπορείς να επιβιβαστείς στην πτήση και έπειτα (or: μετά) να αλλάξεις γνώμη.

με τη σειρά μου

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
John me dio el libro y yo, después, se lo di a Sandy.
Ο Τζον μού έδωσε το βιβλίο, κι εγώ, με τη σειρά μου, το έδωσα στη Σάντι.

μετά, κατόπιν, έπειτα

(γενικά)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Después de pasar la tormenta, tuvieron que limpiar las ramas caídas.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Στον απόηχο της απρόσμενης νίκης της ομάδας Χ κανείς δεν κάνει προβλέψεις για τον νικητή του τελικού.

ως επακόλουθο, ως συνέπεια

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

μετά, έπειτα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Él fue al correo y luego fue al banco.
Πήγε στο ταχυδρομείο και μετά στην τράπεζα.

τότε

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Si te comes toda tu comida, entonces tendrás pastel como premio.
Αν φας όλο το φαγητό σου, τότε μπορείς να φας γλυκό σαν ανταμοιβή.

έπειτα, μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Enseguida iremos a la playa.
Στη συνέχεια θα πάμε στην παραλία.

μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Bobby era el primero en fila, Elena era la segunda, luego Peter y luego Nicole.

μετά, αργότερα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Volvió más tarde y nos dijo que había encontrado sus llaves.
Γύρισε αργότερα (or: μετά) και μας είπε ότι βρήκε τα κλειδιά του.

ύστερα, έπειτα, μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

στη συνέχεια

adverbio

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Damas y caballeros, ya hemos terminado la cena; entonces seguimos con el próximo ítem en la agenda.
Το δείπνο τελείωσε κυρίες και κύριοι, και προχωράμε στο επόμενο θέμα στην ατζέντα.

έπειτα, μετά

adverbio

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Limpia la cocina, y luego el baño.

μετά από

locución preposicional

Podemos hablar más del asunto después de comer.
Μπορούμε να το συζητήσουμε μετά το γεύμα.

μετά από

locución preposicional

Después de todos nuestros consejos, finalmente cambió de opinión.
Μετά από τις συμβουλές που του δώσαμε, τελικά άλλαξε γνώμη.

μετά από

(στη σειρά)

La "c" viene después de la "b".
Το γράμμα «Γ» είναι μετά από το γράμμα «Β».

αφού

locución conjuntiva

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Puedes ver televisión después de comer. Los fanáticos volvieron a sus casas después de que terminara el partido.
Μπορείς να δεις τηλεόραση αφού φας. Οι φίλαθλοι πήγαν σπίτια τους αφού τελείωσε ο αγώνας.

κάτω από

locución preposicional

Un teniente viene después de un capitán.
Ο υποπλοίαρχος είναι κατώτερος από τον πλοίαρχο.

μετά από, ύστερα από

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μετά θάνατον ζωή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

λοσιόν ξυρίσματος

(voz inglesa)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
¡Guau! ¡Huele como si alguien se hubiera bañado en aftershave!

μόλις

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Apenas terminó de dar el discurso, se desmayó.

μετά από λίγο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ακολουθώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
En el alfabeto, la B le sigue a la A.
Στην αλφαβήτα το γράμμα Β ακολουθεί το γράμμα Α.

μεταγευματικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μετά το δείπνο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

για μετά τον ήλιο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μετά από λίγο

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Al principio no sintió nada, pero después de un rato le empezó a doler el brazo.
Στην αρχή δεν ένιωσε πόνο. Μετά από λίγο το χέρι του άρχισε να πονάει.

εν τέλει, στο τέλος, τελικώς, τελικά

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Después de todo, no son tan feos estos caramelos de menta.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Εν τέλει κανείς άλλος εκτός από τον ασθενή δεν έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη θεραπεία.

γενικά, συνολικά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
En definitiva (or: después de todo), creo que hiciste un buen trabajo.
Γενικά, πιστεύω ότι έκανες καλή δουλειά. Το ταξίδι δεν ήταν τέλειο, αλλά γενικά χαίρομαι που πήγαμε.

μετά Χριστόν

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
después de Cristo se suele abreviar "d. de C.".

σύντομα, σε λίγο, ταχέως, γρήγορα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Poco después la tormenta pasó y la aldea volvió una vez más a estar en calma.

κατόπιν αναθεώρησης, δεύτερης σκέψης

locución adverbial (coloquial, figurado)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Después de consultarlo con la almohada, hemos decidido aprobarte el préstamo.

λίγο μετά

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Yo nací a las 3 pm, y mi hermano mellizo apenas después.
Γεννήθηκα στις 3 μ.μ.· ο δίδυμος αδερφός μου ακολούθησε λίγο μετά.

σήμερα το απόγευμα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Vamos a caminar al parque esta tarde.

εν τέλει, στο τέλος, σε τελευταία ανάλυση, στο κάτω κάτω της γραφής

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Después de todo, no tienes derecho a opinar sobre esto.

μετά το κλείσιμο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los bares no puedes vender alcohol después del cierre.

μετά το σχολείο

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Todos los días, al terminar la escuela, acudían al jardín a reunirse con los amigos.

λίγο μετά, λίγο αργότερα, ύστερα από λίγο

locución adverbial

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Poco tiempo después recibió una carta donde le informaban que su marido había muerto en batalla.

σύντομα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

λίγο αργότερα

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Apenas un poco después de que te fuiste sucedió todo.

αμέσως μετά

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

μετά από πολλή σκέψη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

με σύνεση

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

χρόνια αργότερα

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Años después, Rosa regresó a su pueblo.

αμέσως μετά

locución conjuntiva

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
La ambulancia llegó justo después de que llegase la policía.
Το ασθενοφόρο ήρθε αμέσως μετά την αστυνομία.

αμέσως μετά, και μετά

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Terminaremos de pintar, y luego cenaremos.
Θα τελειώσουμε το βάψιμο και μετά θα φάμε βραδινό.

μετά από λίγο, μετά από κάποιο διάστημα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Después de algún tiempo el arquitecto nos entregó los planos de nuestra nueva casa.

συνοδευτικό ποτό το οποίο πίνεται μετά την κατανάλωση αλκοόλ

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Bob se tomó una bebida de arándano después de un trago de vodka.

άφτερ σέιβ

(καλλυντικό ξυρίσματος)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Boxing Day es un feriado bancario en Gran Bretaña que se realiza el día siguiente a la Navidad.

το καλύτερο

(figurado)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σαραντισμός

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

μετά το σκι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

η ζωή μετά θάνατον, η μετά θάνατον ζωή

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αμέσως μετά

locución conjuntiva

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Salimos inmediatamente después del desayuno.
Ξεκινήσαμε για το ταξίδι αμέσως μετά το πρωινό.

αμέσως μετά, λίγο μετά, λίγη ώρα μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Poco después de la Segunda Guerra Mundial, el partido laborista en Gran Bretaña instaló el estado de bienestar.

για πολύ καιρό μετά

locución preposicional

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El clima de diversión persistía aún mucho después de la fiesta.

δευτερόλεπτα μετά

preposición

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Instantes después del accidente acudieron los servicios de emergencia al lugar.

ακολουθώ, έπομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Después de la letra S, la letra T es la que sigue en el alfabeto inglés.

ακολουθώ

(figurado) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La policía me está pisando los talones.

στοκάρω

locución verbal (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δεν εμφανίζομαι στη δική, αφού απελευθερώθηκα με εγγύηση

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

τρέχω πίσω από κπ

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tus hijos son ya muy mayores para que vayas tu detrás recogiendo sus cosas.

μεταπολεμικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El Japón de la posguerra tuvo un tremendo crecimiento económico.

κοντά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
La Navidad es muy cercana al Año Nuevo.

δευτερόλεπτα μετά, δευτερόλεπτα αργότερα

nombre masculino plural

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μετά από πολλή συζήτηση

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εκτός ωραρίου

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική

(μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Después de todo, no hay nada que podamos hacer.
Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

πέρασμα

expresión (μεταφορικά: σε κάτι άλλο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Obtener la licencia de conducir suele marcar un antes y un después.

σολομός θηλυκού γένους αφότου γεννήσει τα αυγά του

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αύξηση των γεννήσεων στις ΗΠΑ μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο

(voz inglesa)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Después de este programa vienen las noticias.
Στη συνέχεια του προγράμματος έχει ειδήσεις.

λίγο μετά

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
El equipo despidió al entrenador justo después de haber perdido el partido.
Η ομάδα απέλυσε τον προπονητή της λίγο μετά την ήττα στον αγώνα.

λίγο μετά

locución preposicional

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Poco después de ese día la volví a ver, pero esta vez estaba sola.

έρχομαι αμέσως μετά, ακολουθώ

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

συμβαίνω μετά, έρχομαι μετά

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El reconocimiento del autor como genio sucedió después de su muerte.

μεταθανάτιος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

εκτός ωραρίου

locución adjetiva

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

εν τέλει, στο τέλος, τελικώς, τελικά

locución conjuntiva

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Después de todo, lo importante es lo que vos sientas, y no lo que opinen los demás.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Θα πάω οπωσδήποτε στη συναυλία. Στο κάτω-κάτω είναι το αγαπημένο μου συγκρότημα.

μέριμνα μετά την αγορά

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μετά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
La policía impuso el toque de queda después de la violencia desatada la noche anterior.
Η αστυνομία επέβαλε απαγόρευση κυκλοφορίας ύστερα από τις χθεσινοβραδινές βιαιοπραγίες.

εκτός από

locución preposicional

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

φύλαξη παιδιών μετά το σχολείο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εκ των υστέρων

(voz latina)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

απρέ σκι

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

το χάπι της επόμενης ημέρας

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

μετα-

Los domingos me gusta caminar por el parque después de almorzar.
Τις Κυριακές απολαμβάνω μια βόλτα στο πάρκο μετά το μεσημεριανό.

ακολουθώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του después στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.