Τι σημαίνει το enamorado στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης enamorado στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του enamorado στο ισπανικά.

Η λέξη enamorado στο ισπανικά σημαίνει ερωτοχτυπημένος, ξεμυαλισμένος, ξετρελαμένος, ερωτευμένος, μνηστήρας, αγόρι, ερωτοχτυπημένος, ξεμυαλισμένος, ξελογιασμένος, ερωτοχτυπημένος, τρελά ερωτευμένος, αγαπημένος, θαυμαστής, καταγοητευμένος, -, αγαπημένος, προσελκύω μια γυναίκα, είμαι ερωτευμένος, ερωτοχτυπημένος, ερωτευμένος, ξεμυαλισμένος, ξελογιασμένος, ερωτοχτυπημένος, τρελός για κπ, παλαβός για κπ, είμαι ερωτευμένος με κπ, είμαι ερωτευμένος με κπ, είμαι ερωτευμένος με κτ, μου αρέσει κπ, λατρεύω, τρελός για κπ, ερωτευμένος με κπ, ερωτεύομαι σφόδρα, ερωτεύομαι τρελά, τσιμπημένος, που έχω λατρέψει κπ, που με έχει ξετρελάνει κπ, είμαι τρελός για κπ, τρελά ερωτευμένος, είμαι ερωτευμένος με κπ χωρίς ανταπόκριση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης enamorado

ερωτοχτυπημένος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ξεμυαλισμένος, ξετρελαμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

ερωτευμένος

adjetivo

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Ver a su pretendiente hizo latir el corazón de la mujer enamorada.

μνηστήρας

(antiguo) (παλαιό:φλερτάρει γυναίκα)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αγόρι

nombre masculino (σε ερωτική σχέση)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ερωτοχτυπημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Los adolescentes enamorados suelen creer que la vida no podría estar mejor.
Οι ερωτοχτυπημένοι έφηβοι συχνά φαντάζονται πως η ζωή δε θα γίνει καλύτερη.

ξεμυαλισμένος, ξελογιασμένος, ερωτοχτυπημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

τρελά ερωτευμένος

adjetivo

Se dio cuenta de que estaba enamorado de una mujer casada.

αγαπημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Matt tenía una familia amorosa, así que fue una sorpresa cuando se largó.
Ο Ματ είχε μια αγαπημένη οικογένεια και γι' αυτό είναι πολύ περίεργο που το έσκασε.

θαυμαστής

(επίδοξος μνηστήρας)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Tiene muchos pretendientes pero eligió no casarse.

καταγοητευμένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Te das cuenta por su mirada que está locamente enamorado.

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αγαπημένος

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
El primer poema que escribió fue para su amada.

προσελκύω μια γυναίκα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Fred le pidió consejo a George sobre cómo cortejar.

είμαι ερωτευμένος

locución verbal

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
La gente que está enamorada nunca escucha los consejos de los demás.
Όσοι είναι ερωτευμένοι ποτέ δεν ακούν συμβουλές από άλλους. Οι δυο τους είναι ερωτευμένοι και περνάνε κάθε στιγμή μαζί.

ερωτοχτυπημένος, ερωτευμένος

locución adjetiva

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

ξεμυαλισμένος, ξελογιασμένος, ερωτοχτυπημένος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Está tan obsesionado con ella que haría cualquier cosa para llamar su atención.

τρελός για κπ, παλαβός για κπ

(informal, figurado) (μεταφορικά, καθομ)

No sé qué le ve, pero está loca por él.

είμαι ερωτευμένος με κπ

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Wendy estaba enamorada de un chico de su clase.

είμαι ερωτευμένος με κπ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Es tan considerado! Estoy enamorada de él.

είμαι ερωτευμένος με κτ

(figurado) (μεταφορικά, ενίοτε ειρωνικό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Está enamorado del sonido de su propia voz.

μου αρέσει κπ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λατρεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Desde el bachillerato he estado completamente loco por la Historia.

τρελός για κπ

locución verbal (μεταφορικά)

Está perdidamente enamorado de ella y haría cualquier cosa por ella.

ερωτευμένος με κπ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Nunca estuve tan enamorado de alguien en toda mi vida! Estoy enamorado de Lucy hace años pero todavía me da vergüenza invitarla a salir.

ερωτεύομαι σφόδρα, ερωτεύομαι τρελά

locución verbal (κάποιον)

τσιμπημένος

(μτφ: με κάποιον)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Creo que mi hermano está un poco enamorado de ti.
Νομίζω ότι ο αδερφός μου είναι λίγο τσιμπημένος μαζί σου.

που έχω λατρέψει κπ, που με έχει ξετρελάνει κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Estaba enamorado de la hermosa actriz.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ήταν ερωτοχτυπημένος με την όμορφη ηθοποιό.

είμαι τρελός για κπ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lucas está loco por Carla e incluso se le declaró.

τρελά ερωτευμένος

Estoy loco de amor por ti.

είμαι ερωτευμένος με κπ χωρίς ανταπόκριση

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Jim todavía está enamorado de su primera esposa, aunque ella le pidió el divorcio hace diez años.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του enamorado στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.