Τι σημαίνει το hover στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης hover στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του hover στο Αγγλικά.

Η λέξη hover στο Αγγλικά σημαίνει αιωρούμαι, περιφέρομαι, κοντοστέκομαι, κυμαίνομαι περί το, τριγυρίζω, περιφέρομαι, αιωρούμαι πάνω από, στέκομαι πάνω από κπ, στέκομαι πάνω από το κεφάλι κάποιου, περνάω με το ποντίκι πάνω από κτ, περνάω με το ποντίκι μου πάνω από κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης hover

αιωρούμαι

intransitive verb (hang in air)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The helicopter hovered above the baseball stadium.
Το ελικόπτερο υπερίπτατο του γηπέδου του μπέιζμπωλ.

περιφέρομαι

intransitive verb (figurative (loiter)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Four youths seen hovering in the vicinity of the incident were arrested by police.
Τέσσερα νεαρά άτομα που εθεάθησαν να περιφέρονται στην περιοχή όπου έγινε το περιστατικό συνελήφθησαν από την αστυνομία.

κοντοστέκομαι

intransitive verb (figurative (hesitate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Peter hovered at the door for a moment before going inside.
Ο Πήτερ κοντοστάθηκε στην πόρτα για ένα λεπτό πριν μπει μέσα.

κυμαίνομαι περί το

intransitive verb (number, amount: stay the same)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The growth rate is hovering at about 10% this year.
Ο ρυθμός κυμαίνεται περί το 10% αυτό το χρόνο.

τριγυρίζω, περιφέρομαι

phrasal verb, intransitive (figurative (wait nearby) (κοντά σε κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αιωρούμαι πάνω από

phrasal verb, transitive, inseparable (float, be suspended above)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A police helicopter hovered over the building in which the terrorists had taken refuge.
Ένα ελικόπτερο της αστυνομίας υπερίπτατο του κτιρίου όπου είχαν βρει καταφύγιο οι τρομοκράτες.

στέκομαι πάνω από κπ, στέκομαι πάνω από το κεφάλι κάποιου

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (attend or supervise impatiently) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Jeff's new boss was always hovering over him and making him feel uncomfortable and nervous.
Το αφεντικό του Τζεφ στεκόταν από πάνω του όλη την ώρα και τον έκανε να αισθάνεται άβολα και να αγχώνεται.

περνάω με το ποντίκι πάνω από κτ

(computing: mouse) (υπολογιστές)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You can hover over a link to see the full URL.
Μπορείς να περάσεις με το ποντίκι πάνω από το σύνδεσμο για να δεις το πλήρες url.

περνάω με το ποντίκι μου πάνω από κτ

verbal expression (computing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Hover your mouse over the image for more information.
Πέρνα με το ποντίκι πάνω από την εικόνα για περισσότερες πληροφορίες.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του hover στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.