Τι σημαίνει το how στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης how στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του how στο Αγγλικά.

Η λέξη how στο Αγγλικά σημαίνει πώς, πώς, πώς, πόσο, πόσο, τι, πώς, όπως να 'ναι, καταλαβαίνω, κατανοώ, δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ, τι θα έλεγες να, κοίτα να δεις, μπράβο, Κοίτα να δεις!, Τι λες;, Καλό, ε;, Τι κάνεις;, πώς είσαι, πόσο μεγάλο;, Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;, πώς και, Πώς κι έτσι;, πώς τολμάς, τι κάνετε, Χαίρω πολύ, πόσο μακριά, πόσο μακριά, πως πάει;, πώς και...;, έτσι έχουν τα πράγματα, βλέπω πώς θα πάει, έτσι έχουν τα πράγματα, πόσος χρόνος χρειάζεται, πόσο χρόνο θέλει, τι μήκος, πόσοι, πόσος, πόσο, πόσο, το πόσο συχνά, πόσο συχνά, Πού να το ξέρω;, Πού να το ξέρω εγώ;, Πώς και έτσι;, πόσο σύντομα, πόσο σύντομα, πόσο γρήγορα, Πώς ήταν;, Πώς ήταν η ημέρα σου;, Πώς ήταν το ταξίδι σου;, δυσκολία, τρόπος με τον οποίο κάνεις κάτι, εγχειρίδιο, ρωτάω, ρωτώ, ρωτάω, ρωτώ, ξέρω να κάνω κτ, ξέρω, τεχνογνωσία, ραγίζει η καρδιά μου, με οποιοδήποτε τρόπο, με οποιοδήποτε τρόπο, συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, αφηγούμαι, ξαναδιδάσκω, ξαναμαθαίνω, δεδομένου ότι, δείχνω, επιδεικνύω, δείχνω τον τρόπο, τεχνογνωσία, εξηγώ πως, περιγράφω τον τρόπο, έτσι είναι η ζωή, έτσι έχουν τα πράγματα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης how

πώς

adverb (in what manner)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Did you see how he looked at me?
Είδες πώς με κοίταξε;

πώς

adverb (by what means)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Do you know how to fix this TV?
Ξέρεις πώς να φτιάξεις την τηλεόραση;

πώς

adverb (in what condition)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How are you?
Πώς είσαι;

πόσο

adverb (to what degree or extent)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How strong do you like your coffee?
Πόσο δυνατό θέλεις τον καφέ σου;

πόσο, τι

adverb (intensifier)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How kind of you!
Πόσο (or: Τι) ευγενικό εκ μέρους σου!

πώς

adverb (meaning what)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I don't know how to understand her comments.

όπως να 'ναι

adverb (informal (carelessly, without order)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I was shocked to see Sara shove her expensive dresses into the wardrobe anyhow.
Σοκαρίστηκα που είδα τη Σάρα να χώνει τα ακριβά της φορέματα μέσα στην ντουλάπα όπως να 'ναι.

καταλαβαίνω, κατανοώ

transitive verb (understand) (πώς)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
It's impossible to comprehend how such a complicated machine works.
Είναι αδύνατον να αντιληφθείς πώς λειτουργεί μια τόσο πολύπλοκη μηχανή.

δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ

verbal expression (find unpleasant to imagine) (ότι/πως/πώς/ποιον)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I dread to think how the victim's family must be feeling.

τι θα έλεγες να

(informal (introducing a suggestion)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How about going to the cinema tonight?
Τι θα έλεγες να πηγαίναμε σινεμά απόψε;

κοίτα να δεις, μπράβο

interjection (delight, surprise)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
My sister is expecting twins. How about that!

Κοίτα να δεις!

interjection (impressed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Τι λες;

interjection (asking opinion)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Καλό, ε;

interjection (wanting to impress)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Τι κάνεις;

expression (informal (greeting)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"How are you doing?" "Not too bad, how about you?"

πώς είσαι

expression (greeting)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hello Phil, how are you? Good to see you again.

πόσο μεγάλο;

adverb (informal (of what dimensions?) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How big a portion of chocolate cake do you want? How big is the cruise ship?
Πόσο μεγάλη μερίδα θέλεις από αυτό το σοκολατένιο κέικ; Πόσο μεγάλο είναι το κρουαζιερόπλοιο;

Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;

expression (what do you need?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Store clerks often ask customers, "How can I help you?"

πώς και

expression (informal (why is it that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How come you aren't at work?
Πώς και δεν είσαι στη δουλειά;

Πώς κι έτσι;

interjection (informal (Why?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You guys split up? How come?
Χωρίσατε; Πώς κι έτσι;

πώς τολμάς

interjection (indignation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How dare you say I can't cook! So, you told her she was a fat cow?? How dare you!!

τι κάνετε

(dialect (how do you do?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Χαίρω πολύ

expression (formal (Pleased to meet you.) (επίσημο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How do you do? I'm delighted to meet you.

πόσο μακριά

expression (to or at what distance?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
How far is it to the nearest gas station from here? How far can you go on one tank of gas?
Πόσο μακριά είναι το κοντινότερο βενζινάδικο από εδώ;

πόσο μακριά

expression (to or at what distance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
This app tells me how far I have jogged.

πως πάει;

expression (informal (how are you?) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Hello, John - long time, no see! How goes it?

πώς και...;

(explain why)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
How is it that all of your hats are black?
Πώς και είναι μαύρα όλα τα καπέλα σου;

έτσι έχουν τα πράγματα

expression (informal (that is how things normally happen)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

βλέπω πώς θα πάει

expression (informal (see what happens after a while)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έτσι έχουν τα πράγματα

(reality, the way life is)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You might think it's unfair that you didn't get the job, but that's just how it is.

πόσος χρόνος χρειάζεται, πόσο χρόνο θέλει

adverb (time: for what duration)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
How long does it take to boil an egg?
Πόσο κάνει ένα αβγό να βράσει;

τι μήκος

adverb (measurement: what length)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
How long is the Great Wall of China?
Τι μήκος έχει το Σινικό τείχος;

πόσοι

(what number)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
How many times have you been abroad?
Πόσες φορές έχεις πάει στο εξωτερικό;

πόσος

expression (what amount)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
It's not important how much effort you put into the job - it's results that count!
Σημασία δεν έχει το πόση προσπάθεια καταβάλεις στη δουλειά, τα αποτελέσματα είναι που μετράνε!

πόσο

expression (what price, cost)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How much does this sandwich cost?
Πόσο κοστίζει αυτό το σάντουιτς;

πόσο

expression (to what extent)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It doesn't matter how much I try to please my boss, he still isn't satisfied.
Άσχετα από το πόσο προσπαθώ να ευχαριστήσω το αφεντικό μου, εκείνος παραμένει ανικανοποίητος.

το πόσο συχνά

adverb (the frequency with which)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
How often I go to the dentist depends on how I feel.
Το πόσο συχνά πηγαίνω στον οδοντίατρο εξαρτάται απ' το πως νιώθω.

πόσο συχνά

adverb (with what frequency)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
How often do you go to the doctor?
Πόσο συχνά πηγαίνεις στον γιατρό;

Πού να το ξέρω;, Πού να το ξέρω εγώ;

expression (informal (I don't know.)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Why are you asking me if it's going to rain tomorrow? How should I know?

Πώς και έτσι;

expression (Why is that?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πόσο σύντομα

adverb (when the earliest time will be)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
How soon can I see the doctor?

πόσο σύντομα, πόσο γρήγορα

conjunction (the earliest time that)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I want to know how soon he can come.

Πώς ήταν;

expression (was the experience favorable?)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
After I returned from New York, my mother asked, "How was it?"

Πώς ήταν η ημέρα σου;

expression (asked after being apart)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
When Ken came home, his wife asked, "How was your day?"

Πώς ήταν το ταξίδι σου;

expression (question about travels)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
"How was your trip?" Andrew asked Julie when he met her at the airport.

δυσκολία

noun (informal, dated (difficult situation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Well that was certainly a fine how-do-you-do wasn't it?

τρόπος με τον οποίο κάνεις κάτι

noun (informal (instructional guide)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
This is more of a how-to than a full explanation of the principles involved.

εγχειρίδιο

noun (instructional book, manual)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I wanted to save money and service my own car so I bought a how-to book on car mechanics.

ρωτάω, ρωτώ

transitive verb (formal (with clause: ask) (αν/εάν/πότε/πώς)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fred inquired whether Larry had time to help him move this weekend. Lucie enquired when the next train for King's Cross departed.
Ο Φρεντ ρώτησε αν ο Λάρυ είχε χρόνο να τον βοηθήσει να μετακομίσει το σαββατοκύριακο. Η Λούσι ρώτησε πότε φεύγει το επόμενο τραίνο για Κινγκ Τζορτζ Κρος.

ρωτάω, ρωτώ

transitive verb (formal (with clause: ask)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I am writing to to inquire as to whether your company has any vacancies.

ξέρω να κάνω κτ

verbal expression (be able to do [sth])

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Do you know how to swim?
Ξέρεις κολύμπι;

ξέρω

verbal expression (be able, have skill)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I'd love to make my own clothes but I don't know how.
Θα μου άρεσε πολύ να φτιάχνω τα δικά μου ρούχα αλλά δεν ξέρω.

τεχνογνωσία

noun (technical knowledge)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I don't have the know-how to fix it.

ραγίζει η καρδιά μου

interjection (figurative, ironic (I feel compassion for you) (μεταφορικά: με κάτι, για κάτι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
"I have to pay a fortune in income tax these days," said Theo. "My heart bleeds for you!" said his brother.

με οποιοδήποτε τρόπο

expression (with clause: whichever way)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No matter how you go, you can't get there in less than an hour.
Με οποιοδήποτε τρόπο και αν πας, δε μπορείς να φτάσεις εκεί σε λιγότερο από μια ώρα.

με οποιοδήποτε τρόπο

adverb (in whatever manner)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She's determined to become famous, no matter how!
Είναι αποφασισμένη να γίνει διάσημη, με οποιοδήποτε τρόπο.

συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

(be aware) (πως, πόσο, τι, ποιος)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He doesn't realize how important this is for me.
Δε συνειδητοποιεί πόσο σημαντικό είναι αυτό για μένα.

αφηγούμαι

transitive verb (with clause: tell)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The old soldier recounted how his unit had defended themselves against the enemy.

ξαναδιδάσκω, ξαναμαθαίνω

verbal expression (train again) (σε κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δεδομένου ότι

conjunction (informal (considering, given that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Seeing as how the wedding is only days away, we need to finish making the decorations as quickly as possible.

δείχνω

transitive verb (demonstrate) (σε κπ πως να κάνει κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed his daughter how to tie her shoes.
Έδειξε στην κόρη του πώς να δένει τα κορδόνια της.

επιδεικνύω, δείχνω τον τρόπο

transitive verb (demonstrate the way that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Can you show me how this machine works?

τεχνογνωσία

noun (informal (practical and specialist skills)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We need to bring in someone with the technical know-how to drag us out of this mess.

εξηγώ πως, περιγράφω τον τρόπο

transitive verb (describe the manner in which)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you'll tell me how to bake a pie, I'll bake you one tomorrow.

έτσι είναι η ζωή, έτσι έχουν τα πράγματα

interjection (informal (expressing philosophical acceptance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I didn't get the job, but that's how it goes sometimes. I know it isn't fair but that's just how it goes sometimes.
Δεν πήρα τη δουλειά αλλά έτσι είναι η ζωή. Ξέρω ότι δεν είναι δίκαιο αλλά έτσι είναι η ζωή.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του how στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του how

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.