Τι σημαίνει το lag στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης lag στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του lag στο Αγγλικά.

Η λέξη lag στο Αγγλικά σημαίνει καθυστερώ, μένω πίσω, υστέρηση, βαρελοσάνιδο, δούγα, ντούγα, ντούγια, κρατούμενος, καθυστέρηση, κρατούμενος, μένω πίσω, μονώνω, τζετ-λαγκ, μένω πίσω, μένω πίσω από κπ/κτ, μένω πίσω σε σχέση με κπ/κτ, μένω πίσω, αδυνατώ να φτάσω στο επίπεδο, ξυλόβιδα, χωρίς καθυστέρηση, χρονική καθυστέρηση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης lag

καθυστερώ

intransitive verb (rate, production: slow down)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The project started well, but then ran into difficulties and began to lag.
To πρότζεκτ ξεκίνησε καλά, αλλά προέκυψαν δυσκολίες και άρχισε να καθυστερεί.

μένω πίσω

intransitive verb (fall behind in a race)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Sean tripped at the start of the race and was soon lagging.
Ο Σoν σκόνταψε στην αρχή του αγώνα και σύντομα έμεινε πίσω.

υστέρηση

noun (time delay) (πληροφορική: αργή ανταπόκριση)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The movie was running with a lot of lag.
Η ταινία είχε πολύ lag.

βαρελοσάνιδο

noun (dated or regional (stave, strip) (ξυλουργική)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The carpenter fixed the lags together to make a barrel.
Ο ξυλουργός τοποθέτησε τα βαρελοσάνιδα το ένα δίπλα στο άλλο, για να φτιάξει ένα βαρέλι.

δούγα, ντούγα, ντούγια

noun (wooden slat of a barrel) (ξυλουργική: κυρτή σανίδα βαρελιού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The cooper bound the lags into shape.
Ο βαρελοποιός ένωσε τις δούγες, για να φτιάξει το βαρέλι.

κρατούμενος

noun (UK, slang (prisoner)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
Aaron spent three years as a lag.

καθυστέρηση

noun (finance: late payment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Due to Larry's lag in payment, his credit score suffered.

κρατούμενος

noun (UK, AU, dated, slang (long-term prisoner)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
George was one of the prison's oldest lags; he had been inside for fifteen years.

μένω πίσω

intransitive verb (figurative (fall behind in studies) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Brad had to have private tutoring because he was lagging in his studies.

μονώνω

transitive verb (insulate: a pipe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τζετ-λαγκ

noun (fatigue caused by plane travel)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I get jet lag if I travel through more than four time zones.
Παθαίνω τζετ-λαγκ όταν ταξιδεύω και αλλάζω παραπάνω από τέσσερις ζώνες ώρας.

μένω πίσω

(not be as fast)

Jim was lagging behind while the other runners were approaching the finishing line.

μένω πίσω από κπ/κτ, μένω πίσω σε σχέση με κπ/κτ

(not be as fast)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Clarkson was lagging behind the leading group of cyclists.

μένω πίσω

(figurative (not stay up to date) (μεταφορικά)

In terms of technological innovation, the company was lagging behind.
Η εταιρεία έμεινε πίσω σε θέματα τεχνολογικής καινοτομίας.

αδυνατώ να φτάσω στο επίπεδο

(figurative (not maintain: standards, pace) (με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
In the economic recovery, manufacturing is lagging behind other sectors.
Κατά την οικονομική ανάκαμψη, η μεταποίηση δεν κατάφερε να φτάσει στο επίπεδο των υπόλοιπων τομέων.

ξυλόβιδα

noun (type of threaded bolt) (είδος βίδας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

χωρίς καθυστέρηση

adjective (computing: without delays)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρονική καθυστέρηση

noun (delay between connected events)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του lag στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.