Τι σημαίνει το pendant στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pendant στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pendant στο Γαλλικά.

Η λέξη pendant στο Γαλλικά σημαίνει για, κατά τη διάρκεια, κατά τη διάρκεια, για, για, κρεμαστός, μέσα σε, ζευγάρι, κατά τη διάρκεια, αιωρούμενος, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, για, μαλακός, εύκαμπτος, που κρέμεται, που έχει χαλαρώσει, αντίστοιχο, αιωρούμαι, κρέμομαι, κρέμομαι, αιωρούμαι, κρέμομαι, κρέμομαι, κρεμάω, κρεμώ, κρέμομαι, απαγχονίζω, σακουλιάζω, εκτείνομαι, επεκτείνομαι, κρέμομαι, κρέμομαι, προεξέχω, ενώ, ενώ, ταυτόχρονα, ετήσιος, την ίδια ώρα, εκείνη την ώρα, στιγμιαία, εν τη γενέσει, για χρόνια, τη νύχτα, το βράδυ, στο διάλειμμα, μετράω μέχρι το τρία, για μία στγμή, για αιώνες, για πολλά χρόνια, εν πτήσει, εντωμεταξύ, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, τη νύχτα, πότε, σε ποιά περίοδο/χρονική στιγμή, για λίγο, την ημέρα, κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τις ώρες, για ώρες, αρκετός καιρός, για λίγο, μέσα στην εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της μέρας, σε όλη την διαδρομή, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, πολιτοφύλακας, έθιμο του Χαλοουίν, συνεχώς, τα κιλά της εγκυμοσύνης, τα κιλά του lockdown, τα κιλά του λοκντάουν, για την περίοδο από ... μέχρι, εντωμεταξύ, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ, εδώ και αρκετό καιρό, ισχύω για κτ, ενώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pendant

για

(χρονική διάρκεια)

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
Elle a disparu pendant quatre heures.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Λείπει εδώ και τέσσερις ώρες.

κατά τη διάρκεια

préposition

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Nous serons absents pendant les vacances.
Θα απουσιάζουμε κατά τη διάρκεια των διακοπών.

κατά τη διάρκεια

préposition

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On m'a volé mon portefeuille pendant le concert.
Μου έκλεψαν το πορτοφόλι κατά τη διάρκεια της συναυλίας.

για

préposition

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
J'ai couru sur trois pâtés de maison avant de le rattraper.

για

(distance)

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
La queue devant le guichet s'étendait sur des kilomètres.

κρεμαστός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μέσα σε

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Nous avons énormément dépensé pour la voiture pendant l'année.
Ξοδέψαμε ένα υπέρογκο ποσό για το αμάξι μέσα σε ένα χρόνο.

ζευγάρι

nom masculin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cette chaise dispose d'un pendant et elles sont vendues en lot.

κατά τη διάρκεια

préposition

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La rue est bruyante pendant la journée mais très calme pendant la nuit.
Ο δρόμος είναι πολύβουος την ημέρα αλλά πολύ ήσυχος τη νύχτα.

αιωρούμενος

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

για

préposition (durée)

Le magasin sera fermé pendant les vacances.
Το κατάστημα θα κλείσει κατά τη διάρκεια των διακοπών.

μαλακός, εύκαμπτος

(υλικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που κρέμεται, που έχει χαλαρώσει

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αντίστοιχο

nom masculin

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
Ce mot n'a pas d'équivalent en anglais.
Εκείνη η λέξη δεν έχει αντίστοιχη στα αγγλικά.

αιωρούμαι, κρέμομαι

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La gouttière s'est détachée et l'eau de pluie coule le long du mur.

κρέμομαι, αιωρούμαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il y avait un fil électrique qui pendait du mur.
Υπήρχε ένα ηλεκτρικό καλώδιο που κρεμόταν από τον τοίχο.

κρέμομαι

(tissu,...)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κρέμομαι

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Les décorations d'Halloween pendaient du plafond.

κρεμάω, κρεμώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La foule en colère criait : « Pendez-le ! »

κρέμομαι

(γλώσσα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

απαγχονίζω

verbe transitif (une personne)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Au dix-neuvième siècle, il était courant de pendre les criminels.
Τον δέκατο ένατο αιώνα ήταν σύνηθες να κρεμάνε τους εγκληματίες.

σακουλιάζω

(vêtement ample)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cette chemise pend autour de la taille

εκτείνομαι, επεκτείνομαι

(par terre)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Le tuyau d'arrosage traînait du devant du jardin jusqu'à l'arrière.

κρέμομαι

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κρέμομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Το πίσω μέρος του παντελονιού του Νέιθαν σακούλιαζε.

προεξέχω

verbe intransitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La langue du chat dépassait (or: pendait).
Η γλώσσα της γάτας κρέμονταν.

ενώ

(suivi du gérondif)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Elle écrivait un mail tout en regardant la télé.
Έγραψε ένα γράμμα όταν έβλεπε τηλεόραση.

ενώ

conjonction

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Nous devrions faire les foins pendant que le soleil brille.
Θα έπρεπε να φτιάξουμε σανό ενόσω έχει ήλιο!

ταυτόχρονα

conjonction

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Tandis que les changements de loi bénéficieront d'une manière ou d'une autre au public, les arbitres risquent quant à eux de sauter au plafond.
Οι αλλαγές στους κανόνες θα ευνοήσουν κάπως τους θεατές, ταυτόχρονα όμως οι διαιτητές θα είναι υπερευτυχισμένοι.

ετήσιος

locution adverbiale

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

την ίδια ώρα, εκείνη την ώρα

adverbe

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Certains étaient à la fête. Pendant ce temps, leurs enfants mettaient le bazar dans la cuisine à la maison.
Κάποιοι από αυτούς ήταν στο πάρτι. Την ίδια ώρα, τα παιδιά τους στο σπίτι έκαναν χάλια την κουζίνα.

στιγμιαία

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

εν τη γενέσει

locution adverbiale (αρχαϊκός τύπος)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

για χρόνια

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ils avaient été amis pendant des amis avant leur dispute.

τη νύχτα, το βράδυ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Les chauves-souris ne se nourrissent que la nuit. Mon chat est plus alerte et joueur la nuit.
Οι νυκτερίδες τρέφονται μόνο τη νύχτα. Η γάτα μου είναι συχνά πιο ξύπνια και παιχνιδιάρα το βράδυ.

στο διάλειμμα

locution adverbiale (σχολείο)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
À l'intercours, Eleanor avait juste le temps de se rendre à son autre cours.

μετράω μέχρι το τρία

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

για μία στγμή

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

για αιώνες

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Pendant des siècles, les Arabes ont dominé l'Espagne.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Οι Άραβες κυβερνούσαν την Ισπανία για αιώνες.

για πολλά χρόνια

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Elle a cherché son enfant disparu pendant de longues années mais ne l'a jamais retrouvé.

εν πτήσει

locution adverbiale (dans un avion)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εντωμεταξύ, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
Ma voiture ne sera pas prête avant vendredi alors en attendant, je prends le bus pour aller travailler.

τη νύχτα

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Durant la nuit, je me suis réveillé à cause d'un cri.

πότε, σε ποιά περίοδο/χρονική στιγμή

locution adverbiale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

για λίγο

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Je vais au pub un moment.
Κατεβαίνω στην παμπ για λίγο.

την ημέρα

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Les animaux nocturnes, tels que les hiboux, dorment pendant la journée et chasse pendant la nuit.
Τα νυχτόβια ζώα, όπως οι κουκουβάγιες, κοιμούνται την ημέρα και κυνηγούν τη νύχτα.

κατά τη διάρκεια της νύχτας

locution adverbiale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με τις ώρες, για ώρες

(μεγάλο χρονικό διάστημα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αρκετός καιρός

locution adverbiale

Ça fait un bon moment que je ne l'ai pas vu.

για λίγο

locution adverbiale

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

μέσα στην εβδομάδα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le week-end, je me lève plus tard que durant la semaine.

κατά τη διάρκεια της μέρας

locution adverbiale

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

σε όλη την διαδρομή

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Nous avons dû l'écouter ronfler pendant tout le chemin jusqu'à Rome.

εν τω μεταξύ, στο μεταξύ

adverbe

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

πολιτοφύλακας

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

έθιμο του Χαλοουίν

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

συνεχώς

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

τα κιλά της εγκυμοσύνης

nom masculin pluriel

τα κιλά του lockdown, τα κιλά του λοκντάουν

nom masculin pluriel

για την περίοδο από ... μέχρι

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)

εντωμεταξύ, εν τω μεταξύ, στο μεταξύ

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
L'eau devrait bouillir dans quelques minutes. En attendant, tu peux couper les patates.
Θα πάρει λίγα λεπτά για να βράσει το νερό. Στο μεταξύ, εσύ μπορείς να κόψεις τις πατάτες.

εδώ και αρκετό καιρό

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

ισχύω για κτ

(διάρκεια)

Votre permis de conduire international est valable pendant un an et vous pouvez ensuite le faire renouveler.
Η διεθνής άδεια οδήγησής σου ισχύει για έναν χρόνο. Μετά, μπορείς να την ανανεώσεις.

ενώ

Tu peux utiliser la salle de bains pendant que tu es là.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pendant στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.