Τι σημαίνει το plainte στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης plainte στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του plainte στο Γαλλικά.

Η λέξη plainte στο Γαλλικά σημαίνει λυπάμαι, συμπονώ, λυπάμαι, συμπονώ, λυπάμαι, συμπονώ, παράπονο, αγωγή, γκρίνια, μουρμούρα, γκρίνια, μουρμούρα, κλάψα, παράπονο, γκρίνια, μουρμούρα, γοερό κλάμα, κλαψούρισμα, βογκητό, παράπονο, θρήνος, παράπονο, παράπονο, διαμαρτύρομαι, παραπονιέμαι, αναφέρω, παραπονιέμαι για κτ, παραπονούμαι για κτ, κάνω καταγγελία σε κπ/κτ, υποβάλλω καταγγελία σε κπ/κτ, γκρινιάζω, κλαίγομαι, αδιαμαρτύρητα, ραγίζει η καρδιά μου, διαμαρτύρομαι, βελάζω, παραπονιέμαι για κτ, διαμαρτύρομαι σε κπ, γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κάτι, γκρινιάζω, παραπονιέμαι, γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ, γκρινιάζω, μουρμουρίζω, επικρίνω, επιτιμώ, παραπονούμαι, παραπονιέμαι, γκρινιάζω, γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ, παράπονο, μουρμουρίζω, μουρμουράω, γκρινιάζω, παραπονιέμαι, παραπονιέμαι, γκρινιάζω για κτ, μουρμουράω για κτ, παραπονιέμαι, μουρμουράω, μουρμουρίζω, γκρινιάζω, παραπονιέμαι, γκρινιάζω, παραπονιέμαι, γκρινιάζω, γκρινιάζω για κτ, μουρμουρίζω για κτ, γκρινιάζω για κτ, μουρμουρίζω για κτ, μουρμουράω για κτ, διαμαρτύρομαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης plainte

λυπάμαι, συμπονώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je plains les gens qui ont fait tant d'efforts, mais n'ont pas gagné.
Λυπάμαι τους ανθρώπους που προσπάθησαν πολύ, αλλ' όμως δεν κέρδισαν.

λυπάμαι, συμπονώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je plains ceux qui perdent leurs parents lorsqu'ils sont jeunes.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Οικτίρω όσους κάνουν ό,τι τους ζητούν χωρίς να σκέφτονται.

λυπάμαι, συμπονώ

verbe transitif

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Que vous choisissiez de plaindre ou de condamner, pensez au résultat.

παράπονο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Si vous avez la moindre plainte au sujet du processus, exprimez-vous.
Αν έχεις παράπονα σχετικά με τη διαδικασία, πες τα τώρα.

αγωγή

nom féminin (Droit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γκρίνια, μουρμούρα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γκρίνια, μουρμούρα, κλάψα

nom féminin

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Je ne veux plus entendre une seule plainte concernant mes prix.
Δεν θέλω ν' ακούσω άλλη μουρμούρα για τις τιμές μου.

παράπονο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

γκρίνια, μουρμούρα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
J'en ai assez de devoir supporter les plaintes larmoyantes de gens qui ne connaissent même pas leur propre histoire.

γοερό κλάμα

Nous avons entendu des gémissements d'enfants venant de la crèche.
Ακούγαμε το κλάμα των παιδιών από τον παιδικό σταθμό.

κλαψούρισμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le gémissement du chien indiqua à Steve qu'il voulait à manger.
Το κλαψούρισμα του σκύλου έκανε τον Στιβ να καταλάβει ότι ήθελε φαγητό.

βογκητό

(douleur)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Suite à l'explosion, les gémissements et les cris arrivaient de toutes parts.

παράπονο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Une personne se plaignant du service clientèle a fait une réclamation auprès de la direction du magasin.
Κάποιος υπέβαλε γραπτή διαμαρτυρία (or: καταγγελία) στα κεντρικά της εταιρείας, για την κακή εξυπηρέτηση πελατών.

θρήνος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

παράπονο

nom féminin

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Le PDG a reçu certains de ses employés pour entendre leurs plaintes (or: récrimination).

παράπονο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

διαμαρτύρομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Marty ne fait que se plaindre.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Άργησε να γυρίσει χθες βράδυ, κι όλο το πρωί, η γυναίκα του έκανε παράπονα.

παραπονιέμαι

(για κάποιον/κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Elle n'arrête pas de se plaindre de son mari fainéant et nul. Il s'est plaint de la fuite à son propriétaire.
Ποτέ δε σταματά να γκρινιάζει (or: μουρμουρίζει) για τον τεμπέλη, άχρηστο σύζυγό της.

αναφέρω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La patiente se plaint d'une douleur dans le bas du dos.
Η ασθενής παρουσιάζει πόνο στην οσφυική χώρα.

παραπονιέμαι για κτ, παραπονούμαι για κτ

M. Jones s'est plaint d'avoir été réveillé par l'aboiement du chien de son voisin à cinq heures du matin.
Ο κύριος Τζόουνς παραπονέθηκε πως ξύπνησε από το γάβγισμα του σκύλου του γείτονά του στις 5 π.μ.

κάνω καταγγελία σε κπ/κτ, υποβάλλω καταγγελία σε κπ/κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si vous voulez que quelque chose soit fait, vous devez vous plaindre par écrit au conseil municipal.

γκρινιάζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κλαίγομαι

(figuré, familier) (ανεπίσημο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
À chaque fois qu'il n'obtient pas ce qu'il veut, Jimmy court pleurer auprès de sa mère.

αδιαμαρτύρητα

locution adverbiale

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

ραγίζει η καρδιά μου

(familier, ironique) (μεταφορικά: με κάτι, για κάτι)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
- En ce moment, je dois payer une fortune en impôts sur le revenu, dit Théo. - Oh, mon pauvre !, répondit son frère.

διαμαρτύρομαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

βελάζω

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παραπονιέμαι για κτ

Au lieu de te lamenter sur ce qui ne va pas dans ta vie, tu devrais être content de ce que tu as.

διαμαρτύρομαι σε κπ

γκρινιάζω για κτ

παραπονιέμαι για κάτι

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'aimerais que Sarah arrête de se plaindre : elle est tellement ingrate.

γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ

Les enfants se plaignaient d'avoir faim.
Τα παιδιά γκρίνιαζαν (or: παραπονιούνταν) για το πόσο πολύ πεινούσαν.

γκρινιάζω, μουρμουρίζω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jackson se plaint toujours que sa femme est sur son dos.

επικρίνω, επιτιμώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παραπονούμαι, παραπονιέμαι, γκρινιάζω

(για κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γκρινιάζω για κτ, παραπονιέμαι για κτ

(familier)

παράπονο

verbe pronominal

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Les résidents n'arrêtent pas de se plaindre de leur propriétaire.
Οι ένοικοι κάνουν πάντα παράπονα για τον σπιτονοικοκύρη τους.

μουρμουρίζω, μουρμουράω

(familier)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

γκρινιάζω, παραπονιέμαι

(για κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παραπονιέμαι

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γκρινιάζω για κτ, μουρμουράω για κτ

Les employés étaient à la machine à café et se plaignaient de leurs salaires.
Οι εργαζόμενοι στέκονταν δίπλα στη μηχανή του καφέ και γκρίνιαζαν (or: μουρμούραγαν) για τον μισθό τους.

παραπονιέμαι, μουρμουράω, μουρμουρίζω, γκρινιάζω

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

παραπονιέμαι, γκρινιάζω

verbe pronominal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
J'en ai marre d'entendre Joe se plaindre tout le temps.

παραπονιέμαι, γκρινιάζω

(για κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Il est toujours en train de se plaindre de son boulot.

γκρινιάζω για κτ, μουρμουρίζω για κτ

Te plaindre du temps ne fera pas partir les nuages.

γκρινιάζω για κτ, μουρμουρίζω για κτ, μουρμουράω για κτ

διαμαρτύρομαι

(για το ότι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του plainte στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του plainte

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.